Το νομοσχέδιο για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων-20/1/2011

Το νομοσχέδιο για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων-20/1/2011

Το νομοσχέδιο για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων

Thursday January 20, 2011 12:15 AM

Ανακοίνωση σχετικά με την ανάρτηση προς διαβούλευση του σχεδίου νόμου «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας – κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων»

Αναρτήθηκε σήμερα το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας – κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων» προς διαβούλευση στην ιστοσελίδα http://www.opengov.gr/minfin/, μετά την έγκρισή του από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Η διαβούλευση θα διαρκέσει μία εβδομάδα, μέχρι και την Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011.

Παράλληλα, θα συνεχιστεί ο διάλογος με τους φορείς και τις επαγγελματικές ομάδες, προκειμένου να γίνει η άρση των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων με τον πλέον επωφελή τρόπο για τους πολίτες, το κοινωνικό σύνολο, τους επαγγελματίες και την χώρα μας, που βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο μεταρρυθμίσεων.

Το σχέδιο νόμου αποτελεί μία σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία, με στόχο να επαναφέρει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα επαγγέλματα στη χώρα μας πιο κοντά στη συνταγματική επιταγή της ελευθερίας στην επαγγελματική δραστηριότητα.

Η προτεινόμενη νομοθετική πρωτοβουλία αίρει τους περιορισμούς που ισχύουν σήμερα για την άσκηση διαφόρων επαγγελμάτων, όπως αριθμός αδειών, καθορισμός τιμών υπηρεσιών, ελάχιστες αμοιβές, γεωγραφικοί περιορισμοί και αντιστρέφει τη λογική που ισχύει σήμερα. Από εδώ και στο εξής κάθε επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να ασκηθεί χωρίς περιορισμούς, ενώ οι περιορισμοί επιβάλλονται αυστηρά για λόγους υπεράσπισης επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος.

Το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει δύο κεφάλαια. Στο πρώτο, εφαρμόζεται η συνταγματική πρόβλεψη για ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος καταργώντας περιορισμούς, επί της αρχής, στην άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας, επιτρέποντας ταυτόχρονα μέσω Προεδρικών Διαταγμάτων την επιβολή περιορισμών για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα καταργούνται:

Περιορισμοί ως προς τον αριθμό των προσώπων που μπορούν να εξασκούν ένα επάγγελμα (πληθυσμιακά κριτήρια, numerus clausus)

Η εξάρτηση της διοικητικής άδειας, από την ύπαρξη «πραγματικής ανάγκης» κατά τη ουσιαστική εκτίμηση της διοικητικής αρχής
Οι γεωγραφικοί περιορισμοί στην άσκηση του επαγγέλματος
Οι ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ των ομοίων επαγγελματικών εγκαταστάσεων
Οι προβλέψεις, είτε αποκλειστικής δυνατότητας διάθεσης, είτε απαγόρευσης διάθεσης είδους αγαθών, από ορισμένες κατηγορίες επαγγελματικών εγκαταστάσεων
Η επιβολή ή η απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος με ορισμένη εταιρική μορφή
Οι περιορισμοί που σχετίζονται με τη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο
Η επιβολή υποχρεωτικών κατωτάτων ή ανωτάτων τιμών ή αμοιβών
Η απαίτηση χορήγησης προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση επαγγέλματος
Στο δεύτερο μέρος, ειδικές διατάξεις τροποποιούν την υφιστάμενη νομοθεσία, για την άρση των περιορισμών στα επαγγέλματα, των νομικών, των συμβολαιογράφων, των ορκωτών ελεγκτών και των μηχανικών.

Το «άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων» αποτελεί μία ακόμη προγραμματική δέσμευση της κυβέρνησης που υλοποιείται. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι λόγοι που επέβαλαν στο παρελθόν συγκεκριμένους περιορισμούς στην άσκηση πολλών επαγγελμάτων, σήμερα, δεν υφίστανται. Αντίθετα, η διατήρηση των υφιστάμενων περιορισμών αυξάνει το κόστος για τους καταναλωτές και τους επαγγελματίες, αποτρέπει και αποκλείει σε άτομα την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος, παρά το γεγονός ότι έχουν ή θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα και περιορίζει τον ανταγωνισμό και την δυναμική ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων.

Τα αναμενόμενα οφέλη για το κοινωνικό σύνολο και την αναπτυξιακή ώθηση που χρειάζεται η χώρα μας από την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων περιλαμβάνουν:

Μείωση στην τιμή των παρεχόμενων υπηρεσιών
Διευκόλυνση των νέων και των νεοεισερχόμενων επαγγελματιών στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Μεσο-μακροπρόθεσμη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών επίσης ως συνέπεια της αύξησης του ανταγωνισμού
Η κατάργηση επαγγελματικών ρυθμίσεων που δεν εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας και τον εκσυγχρονισμό του συνόλου της οικονομίας

—-

Διαβάστε  το πλήρες κείμενο του νομοσχεδίου για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων την εισηγητική έκθεση για το νομοασχέδιο για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και την ακτινογραφία του καθεστώτος των κλειστών επαγγελμάτων, με βάση τα όσα ισχύουν στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ – ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

«ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ»

ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ –  ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ  ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ»

ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ

H επισκόπηση της νομοθεσίας που διέπει την πρόσβαση σε επαγγέλματα και την άσκηση τους στη χώρα μας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η νομοθεσία αυτή έχει διαμορφωθεί διαχρονικά με μια πληθωριστική παραγωγή προστατευτικών και χαριστικών διατάξεων, που οδηγούν σε σαφή περιορισμό του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας. Πρόκειται για ρυθμίσεις που δεν συγκροτούν, στη συνολική τους θεώρηση, συστηματικά δομημένες νομοθετικές παρεμβάσεις, αλλά αποτελούν άθροισμα διατάξεων χωρίς εσωτερική συνοχή, από τις οποίες συχνά δεν προκύπτει ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται με την τιθέμενη ρύθμιση. Τουναντίον, δημιουργείται η εντύπωση, και πολλές φορές η βεβαιότητα, ότι με τις διατάξεις αυτές επιδιώκεται η ικανοποίηση συμφερόντων συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων, κατά τρόπο που προκαλεί αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις στο κοινωνικό σύνολο. Αλλά και όταν ακόμη, με θεώρηση από τη σκοπιά του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, θα μπορούσε να γίνει δεκτή συνδρομή λόγου δημοσίου συμφέροντος του οποίου επιβάλλεται η εξυπηρέτηση, κατά κανόνα και τότε δεν παρέχεται εξήγηση γιατί, προς ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν θα μπορούσε, αντί του περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας, να επιλεγεί άλλου είδους μέτρο μη περιοριστικό της επαγγελματικής ελευθερίας, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με τη ρύθμιση αποτέλεσμα. Περαιτέρω, και όταν ακόμη η θέσπιση ρυθμίσεως για ένα επάγγελμα θα μπορούσε να θεωρηθεί απαραίτητη, κατά κανόνα την επιβολή με αυτήν συγκεκριμένων περιορισμών δεν συνοδεύει τεκμηριωμένη εκτίμηση ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι αναγκαίοι για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και ανάλογοι προς την σπουδαιότητα τούτου, με την έλλειψη εξηγήσεως γιατί, αντί της επιβολής των συγκεκριμένων περιορισμών της επαγγελματικής ελευθερίας, δεν θα μπορούσαν να επιλεγούν άλλοι ολιγότερο επαχθείς, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με τη ρύθμιση αποτέλεσμα. Από την εικόνα των νομοθετικών παρεμβάσεων στη λειτουργία των επαγγελμάτων, είναι φανερό ότι, από την άποψη των επιπτώσεων τους, αυτές μπορούν να χωριστούν σε τρείς βασικές κατηγορίες:
 

1. Σε εκείνες που επιβάλλουν τυπικές γραφειοκρατικές παρεμβάσεις, όπως είναι οι απαιτήσεις διοικητικής αδειοδοτήσεως, που, ανεξάρτητα κατά πόσον περιορίζουν σημαντικά τη λειτουργία του ανταγωνισμού, αποτελούν εντούτοις αδικαιολόγητη διαδικασία η οποία επιβαρύνει με διοικητικό κόστος την άσκηση του επαγγέλματος.
 

2. Σε εκείνες που επιφέρουν ουσιώδη περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά μπορεί μεν να οδηγούν σε σοβαρή διόγκωση τιμών αγαθών και αμοιβών υπηρεσιών σε σύγκριση με μια ανταγωνιστικότερη αγορά, δεν επιβαρύνουν όμως ουσιωδώς την οικονομία, επειδή αφορούν επαγγέλματα στα οποία απασχολείται πολύ μικρός αριθμός ατόμων.
 

3. Τέλος, σε εκείνες που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα, γιατί περιορίζουν δραστικά τον ανταγωνισμό και αφορούν επαγγέλματα στα οποία απασχολείται σχετικά μεγάλος αριθμός ατόμων.
 

Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονται οι περιορισμοί που αφορούν κυρίως :
α) Τα τεχνικά επαγγέλματα (Μηχανικοί, Αρχιτέκτονες και τα συναφή), και τούτο διότι το κράτος ορίζει τις υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές των υπηρεσιών τους, αναφορικά με την εκπόνηση μελετών και την επίβλεψη εφαρμογής τους, ενώ παίζει και αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζήτησης των υπηρεσιών αυτών και εν πολλοίς εγγυάται την καταβολή των αμοιβών, αφού δίχως την πιστοποίησή της πραγματοποιήσεώς της το κράτος αρνείται την έκδοση αδειών για κατασκευές. Καθόσον δε αφορά τους δημόσιους διαγωνισμούς προς ανάδειξη αναδόχου για την εκπόνηση μελετών δημοσίων έργων, ορίζεται από την αναθέτουσα αρχή προεκτιμώμενη αμοιβή που είναι δεσμευτική για τους συμμετέχοντες σε διαγωνισμό, οι οποίοι αποστερούνται της δυνατότητος, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού, να υποβάλουν οικονομική προσφορά μικρότερη της προεκτιμώμενης αμοιβής, με προβλεπόμενη κύρωση σε περίπτωση που συμβεί τούτο το απαράδεκτο της προσφοράς τους.
β) Τους Δικηγόρους, διότι, μεταξύ άλλων, το Κράτος ορίζει τις υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές των δικαστικών παραστάσεων και των εξωδικαστικών νομικών υπηρεσιών και εγγυάται την προείσπραξη των σχετικών αμοιβών ενώ ταυτόχρονα διατηρεί γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματος, που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό.
γ) Τους Συμβολαιογράφους, διότι προβλέπεται υποχρεωτική αμοιβή, αναλογική σε σταθερό ποσοστό της αξίας της συναλλαγής, αδιαφόρως μεγέθους αυτής.
Οι εργαζόμενοι στο καθένα από τα επαγγέλματα αυτά αριθμούν χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες άτομα και οι προεκτεθείσες νομοθετικές παρεμβάσεις, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, φαίνεται να περιορίζουν αποφασιστικά τον ανταγωνισμό, τις περισσότερες φορές χωρίς να συντρέχουν εμφανείς λόγοι δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσαν να τις δικαιολογήσουν. Στην κατηγορία αυτή των ρυθμίσεων, η κατάργηση ή η κατάλληλη τροποποίηση μεγάλου μέρους των περιορισμών της επαγγελματικής ελευθερίας, θα μπορούσε να προσπορίσει στην εθνική οικονομία πολύ σημαντικά οφέλη.

Βασική οικονομική αρχή, που γίνεται δεκτή ευρέως στην εποχή μας, θεσμικά δε ευρίσκει συνταγματική κατοχύρωση στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί ή φραγμοί στην οικονομική ελευθερία και την συνακόλουθη ελεύθερη λειτουργία των αγορών, παρά μόνον για σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, σε σχέση με τους οποίους εκτιμάται ότι το κοινωνικό όφελος από τη θέσπιση περιορισμού ή φραγμού υπερβαίνει την κοινωνική ζημία από την συνακόλουθη συρρίκνωση ή περιορισμό του ανταγωνισμού. Άρρηκτα συνδεόμενη με την αρχή αυτή είναι και μία δεύτερη, σύμφωνα με την οποία το κράτος έχει την ευθύνη της προστασίας του ανταγωνισμού στην αγορά, έτσι ώστε να προλαμβάνονται ή να καταπολεμώνται μονοπωλιακές τάσεις και άλλα συναφή φαινόμενα, που τείνουν εν τοις πράγμασι, να καταλύσουν την οικονομική ελευθερία, εκμηδενίζοντας αθεμίτως κάθε ανταγωνιστική ανάπτυξη ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας και να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά οφέλη από την ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών. Το κράτος δηλαδή, όχι μόνο οφείλει να απέχει από το να παρεμβάλλει εμπόδια στην ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών, χωρίς να συντρέχουν σαφείς και συγκεκριμένοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος – υπεροχή κοινωνικού οφέλους έναντι κοινωνικού κόστους-αλλά απεναντίας, πέραν τούτου, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του Συντάγματος και την ανατιθέμενη με αυτή στο κράτος εγγυητική λειτουργία, οφείλει να αντιμετωπίζει και να εξουδετερώνει κάθε συμφωνία ή πρακτική με την οποία παράγοντες της αγοράς επιδιώκουν τον περιορισμό του ανταγωνισμού προς ίδιον όφελος και επί βλάβητου κοινού συμφέροντος.

Σύμφωνα με ορισμένες επαγγελματικές ενώσεις, η θέσπιση, ως υποχρεωτικών, ελάχιστων αμοιβών συνιστά μηχανισμό για την εξασφάλιση χαμηλών αμοιβών. Ωστόσο, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, αλλά και την κοινή πείρα, εντός μιας ανταγωνιστικής κατά τα άλλα αγοράς, η ρύθμιση των τιμών είναι απίθανο να εξασφαλίζει τιμές χαμηλότερες από εκείνες που αντιστοιχούν στα επίπεδα που εξασφαλίζει ο ελεύθερος ανταγωνισμός.

Περαιτέρω διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι οι προκαθορισμένες ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές αποτελούν εγγύηση για την ποιότητα των υπηρεσιών. Ωστόσο, αυτή καθεαυτή η ύπαρξη προκαθορισμένων αμοιβών δεν μπορεί να αποτρέψει τους όποιους ασυνείδητους να προσφέρουν υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας. Ούτε οδηγούν στην εξάλειψη των οικονομικών κινήτρων των ελεύθερων επαγγελματιών να μειώσουν την ποιότητα και το κόστος. Επιπλέον, υπάρχουν πολλοί άλλοι, λιγότερο περιοριστικοί και πάντως αποτελεσματικοί μηχανισμοί για τη διατήρηση της ποιότητας και την προστασία των καταναλωτών. Παραδείγματος χάριν, μέτρα για τη βελτίωση της πληροφόρησης σχετικά με τις διαθέσιμες στην αγορά επαγγελματικές υπηρεσίες θα μπορούσαν να συμβάλλουν έτσι ώστε οι καταναλωτές να λαμβάνουν πιο μελετημένες με συνείδηση των παραμέτρων τους αποφάσεις, έχοντας καλύτερη επίγνωση των επιλογών.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατήργησαν τις προκαθορισμένες αμοιβές στα ελεύθερα επαγγέλματα. Σήμερα στα περισσότερα κράτη μέλη, τα επαγγέλματα του δικηγόρου, του λογιστή, του μηχανικού και του αρχιτέκτονα ασκούνται αποτελεσματικά χωρίς προκαθορισμένες αμοιβές. Αυτό καταδεικνύει ότι οι έλεγχοι των αμοιβών δεν αποτελούν απαραίτητη ρύθμιση για την καλή άσκηση των επαγγελμάτων αυτών και ότι άλλοι λιγότερο περιοριστικοί μηχανισμοί μπορούν να εξασφαλίσουν ένα αποτελεσματικό τρόπο διατήρησης υψηλής ποιότητας.

Υπό αυτές τις συνθήκες και με αυτά τα δεδομένα είναι φανερή η ανάγκη αποκαθάρσεως της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει την πρόσβαση σε επαγγέλματα και την άσκησή τους από πλήθος αδικαιολόγητων ρυθμίσεων περιοριστικών της επαγγελματικής ελευθερίας. Και τούτο, αφ’ ενός διότι το συμβατό των ρυθμίσεων τούτων προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει και την επαγγελματική ελευθερία εγείρει σε πολλές περιπτώσεις σοβαρές αμφιβολίες, αφ’ ετέρου δε, και προεχόντως, διότι σε κάθε περίπτωση η σκοπιμότητα της υπάρξεως τέτοιων ρυθμίσεων, από την σκοπιά της εξυπηρετήσεως δημοσίου συμφέροντος, δεν είναι δεδομένη. Απεναντίας μάλιστα, τέτοιες ρυθμίσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι όχι απλώς περιττές, αφού δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξή τους, αλλά κυριολεκτικά επιζήμιες για την εθνική οικονομία, εξ αιτίας των άχρηστων περιορισμών που επιβάλλουν και των εμποδίων που δημιουργούν στην ανάπτυξη επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε όσους επιθυμούν τούτο. Αλλά επίσης λόγω της προκαλουμένης από αυτές διόγκωσης της τιμής αγαθών και της αμοιβής υπηρεσιών που προσφέρονται στο κοινωνικό σύνολο, το οποίο υφίσταται την αντίστοιχη επιβάρυνση, είτε εξ’ αιτίας των δημιουργούμενων συνθηκών περιορισμένου ανταγωνισμού είτε συνεπεία νομοθετικά ή διοικητικά επιβαλλόμενων ως υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών και αμοιβών αγαθών και υπηρεσιών, που με την ανάπτυξη ελεύθερου ανταγωνισμού θα μπορούσαν να είναι σημαντικά μικρότερες. Ενδείκνυται μάλιστα να παρατηρηθεί ότι η εν λόγω διόγκωση της αμοιβής υπηρεσιών, συνεπεία της επιβαλλόμενης και εγγυημένης από το κράτος υποχρεωτικώς ελάχιστης – και επομένως μη διαπραγματεύσιμης προς ευνοϊκότερη διαμόρφωσή της για τους αποδέκτες των υπηρεσιών – αμοιβής των υπηρεσιών που παρέχονται από τους ανήκοντες σε συγκεκριμένες επαγγελματικές τάξεις είναι ακόμα περισσότερο οδυνηρή για το κοινωνικό σύνολο, όταν αυτό υποβάλλεται σε θυσίες σε περιόδους οικονομικής κρίσεως και ως εκ τούτου αποβαίνει κοινωνικά αδικαιολόγητη η, υπό αυτές τις περιστάσεις, τυχόν διατήρηση σε ισχύ τέτοιων νομικών καθεστώτων.

Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου επιδιώκεται η θεραπεία της εκτεθείσης ανάγκης.

Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου διαιρείται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο είναι το γενικό μέρος και το δεύτερο κεφάλαιο είναι το ειδικό μέρος το οποίο περιέχει ρυθμίσεις για επί μέρους επαγγέλματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ – ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Με το άρθρο 1 του προτεινόμενου σχεδίου διατυπούνται ως θετικό δίκαιο γενικές αρχές που αναμφίβολα συνάγονται ερμηνευτικά από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία.

Με το άρθρο 2 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου τίθεται ρύθμιση που καταλαμβάνει όλα τα επαγγέλματα, εκτός από εκείνα για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο Κεφάλαιο Β’ – Ειδικό Μέρος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου. Η τιθέμενη ρύθμιση έχει την εξής μορφή και περιεχόμενο: Με γενική διάταξη, που τίθεται σε ισχύ με την πάροδο τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, επέρχεται κατάργηση όλων των απαριθμούμενων στο άρθρο τούτο περιορισμών που αναφέρονται στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων, οι οποίοι προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και εκείνων που θα προστεθούν σε αυτούς με προεδρικό διάταγμα εκδιδόμενο με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου μέσα στην ίδια τετράμηνη προθεσμία. Όλοι οι απαριθμούμενοι στο άρθρο αυτό περιορισμοί έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα. Ειδικότερα, οι υπό στοιχείο α’ (νομοθετικά οριζόμενος κλειστός αριθμός) και υπό στοιχείο β’ (εξάρτηση διοικητικής αδειοδοτήσεως από την ύπαρξη πραγματικής ανάγκης για την παροχή υπηρεσιών, κατά την ουσιαστική κρίση της διοικητικής αρχής), είναι αντικειμενικοί περιορισμοί που αφορούν την πρόσβαση σε επάγγελμα, ενώ οι υπό στοιχεία γ’ έως και θ’ είναι αντικειμενικοί περιορισμοί που αφορούν την άσκηση επαγγέλματος. Δεν συμπεριλαμβάνονται στην ρύθμιση του άρθρου αυτού περιορισμοί που έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα, αναγόμενοι στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου να ασκήσει επάγγελμα, όπως οι συναπτόμενοι προς πάσης φύσεως αξιούμενα προσόντα, προς αποκτηθείσα εμπειρία, προς ικανότητες και δεξιότητες που διαπιστώνονται με δοκιμασία και προς την ηλικία, για την είσοδο στο επάγγελμα ή την υποχρεωτική έξοδο από αυτό. Επίσης, δεν συμπεριλαμβάνονται ρυθμίσεις που άπτονται και του εργατικού δικαίου, όπως οι σχετιζόμενες με τις ημέρες και το ωράριο λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων.
Παράλληλα όμως προς την θέσπιση της ανωτέρω γενικής καταργητικής διατάξεως, παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση προεδρικού διατάγματος με πρόταση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών μέσα στην ίδια τετράμηνη προθεσμία, με το οποίο θα μπορεί να προβλέπεται ως προς ορισμένο επάγγελμα η, κατ’ εξαίρεση από την γενική καταργητική ρήτρα, διατήρηση σε ισχύ ορισμένου περιορισμού από τους αναφερόμενους στο άρθρο τούτο ή τους τυχόν προστιθέμενους σε αυτούς με προεδρικό διάταγμα, ως έχει ή με ηπιότερη μορφή, υπό τις τιθέμενες όμως αυστηρές, συνταγματικά άλλωστε επιβαλλόμενες, προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων επιβάλλεται να διερευνάται επισταμένως. Αν δηλαδή προς τούτο συντρέχει επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, συνάμα δε πληρούνται οι απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας. Έτσι, με την πάροδο τετραμήνου από της δημοσιεύσεως του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, θα επέλθει γενική κατάργηση για όλα τα επαγγέλματα του συνόλου των προβλεπόμενων στην ισχύουσα νομοθεσία περιορισμών που αναφέρονται στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων, οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 2 ή θα προστεθούν σε αυτούς με προεδρικό διάταγμα, πλην εκείνου ή εκείνων που, σε σχέση προς ορισμένο επάγγελμα, θα εξαιρεθούν ειδικώς από την κατάργηση με προεδρικό διάταγμα, μετά διατύπωση για τη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικής κρίσεως περί συνδρομής των αναφερθεισών προϋποθέσεων.

Με το άρθρο 3 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου τίθεται ρύθμιση που ωσαύτως καταλαμβάνει όλα τα επαγγέλματα, εκτός από εκείνα για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο Κεφάλαιο Β’- Ειδικός Μέρος. Η τιθέμενη ρύθμιση έχει το εξής περιεχόμενο: Με γενική διάταξη, που τίθεται σε ισχύ με την πάροδο τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, επέρχεται παύση της ισχύος όλων των προβλεπόμενων στην ισχύουσα νομοθεσία απαιτήσεων προηγούμενης διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγέλματος, όταν η χορήγηση αυτής συναρτάται προς αντικειμενικώς διαπιστούμενη από διοικητική αρχή, κατά δεσμία αρμοδιότητα, συνδρομή νομίμων προϋποθέσεων.

Κατά συνέπεια, η άσκηση των επαγγελμάτων που καταλαμβάνει η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 3, καθίσταται πλέον εφεξής ελεύθερη. Για τη σύννομη δε έναρξη της ασκήσεώς τους αρκεί η απλή διατύπωση της σχετικής περί τούτου αναγγελίας στη διοικητική αρχή που ήταν προηγουμένως αρμόδια για τη χορήγηση της διοικητικής αδείας, συνοδευομένης από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την πιστοποίηση της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων και η πάροδος τριμήνου από την αναγγελία αυτή. Εκτός αν η εν λόγω διοικητική αρχή εντός του τριμήνου τούτου απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος, για το λόγο ότι δεν συγκεντρώνονται οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία.

Διευκρινίζεται ότι το εν λόγω τρίμηνο χρονικό διάστημα έχει τον χαρακτήρα της επιβαλλόμενης στον εκδηλούντα το ενδιαφέρον να ασκήσει ορισμένο επάγγελμα υποχρεώσεως αναμονής και αναβολής της ενάρξεως ασκήσεως τούτου, ώστε να παρασχεθεί στη διοίκηση η δυνατότητα να διενεργήσει προληπτικό έλεγχο και ενδεχομένως να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος, αν δεν υφίσταται ή δεν προκύπτει συνδρομή των προς τούτο νομίμων προϋποθέσεων. Δεν συνιστά δηλαδή το χρονικό διάστημα τούτο περιορισμό κατά χρόνον της αρμοδιότητος της διοικητικής αρχής να απαγορεύσει, προς επιβολή της νομιμότητος, την άσκηση επαγγέλματος, αν τούτο δεν δύναται σε συγκεκριμένη περίπτωση να ασκηθεί συννόμως. Τυχόν όμως, καθ’ υπέρβαση του χρονικού διαστήματος τούτου βραδεία άσκηση αυτής της αρμοδιότητος ενδέχεται να δημιουργήσει ζήτημα αστικής ευθύνης του κράτους, στην περίπτωση που η διατυπούμενη απαγόρευση επιφέρει ανατροπή δημιουργηθείσης με την έναρξη της ασκήσεως του επαγγέλματος πραγματικής καταστάσεως, η οποία επάγεται ζημιογόνα αποτελέσματα ενόψει πραγματοποιηθεισών συναφώς δαπανών ή αναληφθησών υποχρεώσεων.

Εξάλλου, ενόψει της προβλεπομένης στο άρθρο τούτο αντικαταστάσεως του ισχύοντος σήμερα νομικού καθεστώτος της προηγουμένης διοικητικής αδείας για την πρόσβαση σε διάφορα επαγγέλματα και την άσκησή τους με το νομικό καθεστώς της απαγορεύσεως ασκήσεως επαγγέλματος, εφεξής ελευθέρως ασκουμένου, από την μέχρι τώρα αρμόδια προς αδειοδότηση διοικητική αρχή, κατ’ επίκληση του ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται ή δεν προκύπτει συνδρομή των απαιτουμένων προς τούτο νομίμων προϋποθέσεων, ορίζονται τα εξής: ‘Εννομες συνέπειες που προβλέπονται στο νόμο επερχόμενες ή επιβαλλόμενες με διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση, προεχόντων με χαρακτήρα κυρώσεων, στην περίπτωση ασκήσεως επαγγέλματος χωρίς τη λήψη της απαιτουμένης προς τούτο διοικητικής αδείας, νοούνται μετά πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος συναπτόμενες προς την έναρξη ασκήσεως επαγγέλματος χωρίς προηγούμενη αναγγελία περί τούτου στην αρμόδια διοικητική αρχή και επακόλουθη αναμονή επί τρίμηνο, καθώς και προς την άσκηση του επαγγέλματος παρά τη διατύπωση προς τούτο απαγορεύσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή.

Παράλληλα όμως προς την εκτεθείσα ρύθμιση, παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση προεδρικού διατάγματος με πρόταση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών μέσα στην ίδια τετράμηνη προθεσμία, με το οποίο θα μπορεί να προβλέπεται ως προς ορισμένο επάγγελμα εξαίρεση από τον εκτεθέντα γενικό κανόνα, στην περίπτωση που η διατήρηση του νομικού καθεστώτος της προηγουμένης διοικητικής αδείας επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνάμα δε πληρούνται προς τούτο οι απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας. Έτσι ώστε να μην επέλθει ως προς αυτό το επάγγελμα δυνάμει του εκτεθέντος γενικού κανόνα, με την πάροδο τετραμήνου από τη δημοσίευση του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, παύση της ισχύος της προβλεπόμενης στο νόμο απαίτησης περί προηγουμένης διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγέλματος, αλλά υπό τις προεκτεθείσες αυστηρές προϋποθέσεις.

Η ρύθμιση του άρθρου 3, με τη θέσπιση της προαναφερθείσας γενικής καταργητικής ρήτρας των προβλεπομένων στο νόμο απαιτήσεων προηγουμένης διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγέλματος δεν επεκτείνεται και στις περιπτώσεις που η χορήγηση διοικητικής αδείας εξαρτάται από την, κατ’ενάσκηση διακριτικής ευχερείας διατυπούμενη, ουσιαστική εκτίμηση της διοικητικής αρχής ως προς την ικανοποίηση κριτηρίων του νόμου, καθ’ότι μια τέτοια επέκταση δεν είναι συμβατή με την ισχύουσα συνταγματική τάξη, που αποκλείει την δυνατότητα σύννομης άσκησης της διακριτικής ευχερείας κατά σιωπηρό τρόπο. Και τούτο, διότι η συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου επιβάλλει την, ρητώς εκφερόμενη, αιτιολόγηση της ασκήσεως της διακριτικής ευχερείας, ως προς τον τρόπο που αυτή πραγματοποιείται, ώστε να αποκλειστούν ενδεχόμενα αυθαιρεσίας, η δε συνταγματική αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας καθιστά ωσαύτως επιβεβλημένη την παράθεση αιτιολογίας, ώστε να καθίσταται εμφανές το – μη δυνάμενο να προκύψει κατ’ άλλο τρόπο – σύννομο της ασκήσεως της διακριτικής ευχερείας, κατά την υποβολή της σε δικαστικό έλεγχο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ – ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

1. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥ

Με την παράγραφο 1 του προτεινομένου άρθρου 4, επιδιώκεται ο εξορθολογισμός της αναλογικής αμοιβής των συμβολαιογράφων, η οποία, εξ αιτίας του συμπτωματικού γεγονότος της μεγάλης αξίας του αντικειμένου συναλλαγής για την οποία καταρτίζεται το συμβόλαιο, ενδέχεται να ανέλθει σε αδικαιολογήτως μεγάλο ύψος. Και τούτο, διότι η τυχόν μεγαλύτερη αξία του αντικειμένου της συναλλαγής δεν συνεπάγεται για το συμβολαιογράφο, καθ’ όσον αφορά αυτή καθ’ εαυτήν τη σύνταξη του συμβολαίου, συγκριτικά μείζονα απασχόληση. Η προτεινόμενη διάταξη καθιστά πλέον ανεπίτρεπτο τον καθορισμό δια της κανονιστικής οδού ενός ενιαίου ποσοστού αναλογικής αμοιβής, αδιαφόρως της αξίας του αντικειμένου της συναλλαγής για την οποία καταρτίζεται το συμβόλαιο, και επιβάλλει τον προσδιορισμό αυτής σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά επί της εν λόγω αξίας, κλιμακωτά, όσον αυτή επαυξάνεται. Η προτεινόμενη διάταξη αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος της προαγωγής της εθνικής οικονομίας, με την αποτροπή υπερβολικών διοικητικού χαρακτήρα επιβαρύνσεων των συναλλαγών, ως στοιχείων κόστους αυτών. Ωσαύτως επιδιώκει τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την προσέλκυση επενδύσεων, με τη διατήρηση σε λογικά επίπεδα του εν λόγω διοικητικού χαρακτήρα κόστους των συναλλαγών.

Με τη παράγραφο 2 του προτεινομένου άρθρου 4, δεν αναιρείται κατά βάση η – ανταποκρινόμενη στην ισχύουσα έννομη τάξη που ανάγει τους συμβολαιογράφους σε δημοσίους λειτουργούς, οι οποίοι μάλιστα απολαύουν της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας – αρχή ότι η αμοιβή των συμβολαιογράφων καθορίζεται υποχρεωτικώς δια νόμου. Όμως, με την προτεινόμενη ρύθμιση, για τις περιπτώσεις που η αξία του αντικειμένου της συναλλαγής είναι πολύ μεγάλη, υπερβαίνουσα ένα καθοριζόμενο δια της κανονιστικής οδού όριο, και κατά συνέπεια αντιστοίχως η αναλογική αμοιβή του συμβολαιογράφου είναι ιδιαίτερα υψηλή, ορίζεται ότι η εν λόγω αναλογική αμοιβή παύει πλέον να είναι υποχρεωτική και καθίσταται η ανώτατη επιτρεπτή, παρεχομένης της δυνατότητας συμβατικής συνομολογήσεως μικρότερης αμοιβής. Η προτεινόμενη διάταξη αποβλέπει στους ίδιους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος με εκείνους της προτεινόμενης πρώτης παραγράφου. Εξαίρεση από την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται για τα συμβόλαια, σε σχέση με τα οποία η αναλογική αμοιβή δεν περιέρχεται κατά νόμον στο συμβολαιογράφο.

Με τις παραγράφους 3 και 4, δεν επαφίεται στην ευχέρεια των αποδεκτών των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων υπουργών η χρήση τούτων, αλλά επιβάλλεται σε αυτούς η χρήση τους εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων, ανταποκρινομένων στο νέο νομικό καθεστώς, ώστε να μη βραδύνει η θέση τούτου σε εφαρμογή. Στον ίδιο εξ άλλου σκοπό αποβλέπει και η ρύθμιση της παραγράφου 5.

2. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

α) Η ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 44 σε συνδυασμό με τα άρθρα 54 και 56 του Κώδικα Δικηγόρων) προβλέπει γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ενώ στις ποινικές υποθέσεις ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμά του ενώπιον κάθε ποινικού δικαστηρίου (πλην του Αρείου Πάγου, εάν δεν έχει προαχθεί σε δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω), στις αστικές υποθέσεις καθώς και στις διοικητικές υποθέσεις ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα, κατ’ αρχήν, να ασκεί το επάγγελμά του μόνο εντός της περιφέρειας του δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι μέλος. Μπορεί να παρίσταται ενώπιον των δικαστηρίων άλλων περιφερειών μόνο με την συμπαράσταση δικηγόρου εγγεγραμμένου στον τοπικό Δικηγορικό Σύλλογο. Οι περιορισμοί αυτοί δεν εξυπηρετούν, με θεώρησή τους από την σκοπιά του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, λόγους δημοσίου συμφέροντος, αλλά επιβαρύνουν την οικονομία, εμποδίζοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό, υποβάλλοντας συγχρόνως σε πρόσθετα έξοδα τους αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών και περιορίζοντας τις επιλογές τους. Με την προτεινόμενη ρύθμιση αίρονται οι παραπάνω αδικαιολόγητοι περιορισμοί και στρεβλώσεις στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών.
Έτσι, με την αντικατάσταση του άρθρου 44 του Κώδικα Δικηγόρων με την παρ. 1 του προτεινομένου άρθρου 5, δίδεται στους δικηγόρους η δυνατότητα να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλες περιφέρειες, πέραν εκείνης όπου ανήκει ο δικηγορικός σύλλογος του οποίου είναι μέλη, είτε περιστασιακά, εξ’ αφορμής εκδικάσεως συγκεκριμένης υποθέσεως, είτε συστηματικά. Για την εξειδίκευση του κανόνα αυτού, με την παρ. 2 του προτεινομένου άρθρου 5 εν μέρει αντικαθίστανται και εν μέρει καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 54 του Δικηγορικού Κώδικα και ορίζονται τα εξής:
Ο παρά Πρωτοδικείω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται σε όλα τα Πρωτοδικεία, πολιτικά και διοικητικά, και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας. Υπό συγκεκριμένες δε προϋποθέσεις και στα Εφετεία της χώρας. Ο παρ’ Εφετείω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία, πολιτικά και διοικητικά και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας, υπό προϋποθέσεις δε επίσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στον Άρειο Πάγο. Ο δε παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρος, σε όλα τα δικαστήρια της χώρας. Με την παρ. 4 του προτεινομένου άρθρου 5 αντικαθίσταται το άρθρο 56 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις ποινικές υποθέσεις επαναλαμβάνεται η προηγούμενη ρύθμιση, με την διευκρινιστική προσθήκη ότι ο παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται σε όλα τα ποινικά δικαστήρια.

β) Ο θεσμός των υποχρεωτικών ελάχιστων δικηγορικών αμοιβών μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν ίσχυε σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία του πελάτη/αποδέκτη των υπηρεσιών, η αξιοπρέπεια του δικηγορικού επαγγέλματος, η ευρυθμία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Οι αντιλήψεις άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, κάτω από την επήρεια τόσο της Στρατηγικής της Λισαβόνας του 2000 (που προέβλεπε το ουσιαστικό άνοιγμα του τομέα των υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των λεγομένων επαγγελματικών υπηρεσιών), όσο και των εξελίξεων στη νομολογία του Δ.Ε.Κ. Σημαντική, από της πλευράς αυτής, είναι η απόφαση της 5.12.2006, Cipolla, υπόθεση C-94/04, που αναφέρεται στο ιταλικό σύστημα υποχρεωτικών ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών. Το Δ. Ε. Κ. αποφάνθηκε ότι οι ελάχιστες αμοιβές συνιστούν κατ’ αρχήν περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών, που θα μπορούσε όμως να δικαιολογηθεί επί συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί είναι συμβατοί με την αρχή της αναλογικότητος. Για το τελευταίο σημείο το Δ.Ε.Κ., προσδιορίζοντας τις κατευθυντήριες γραμμές που επιβάλλεται να ακολουθήσει η διατύπωση κρίσεως επί του ζητήματος, ανέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο του Τορίνο, που είχε υποβάλει το προδικαστικό ερώτημα, για να κρίνει εκείνο, ενόψει της ιταλικής πραγματικότητας, το συμβατό των ρυθμίσεων του ιταλικού νόμου προς το κοινοτικό δίκαιο. Το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίμαχη ρύθμιση περί υποχρεωτικώς ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών δεν πληροί, σε σχέση με τον επιβαλλόμενο περιορισμό, τις προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών και ποιότητας δικηγορικών υπηρεσιών ή ευρυθμίας του δικαστικού συστήματος. Η Ιταλία κατήργησε το σύστημα των υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών για όλα τα ελεύθερα επαγγέλματα με το Ν.Δ. 223 της 4ης Ιουλίου 2006, Τίτλος Ι, άρθρο 2. Και άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία χρόνια προχώρησαν σε κατάργηση του συστήματος υποχρεωτικών ελάχιστων αμοιβών.
 

Η ισχύουσα ελληνική νομοθεσία προβλέπει σύστημα υποχρεωτικών ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών στον Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954, Α’ 235, άρθρα 92 επ.) καθώς και, εκ παραλλήλου, στο Ν. 2753/1999 (Α’ 249, άρθρο 7 παρ. 2 επ). Με το σύστημα αυτό συνδέεται η υποχρεωτική προείσπραξη των εν λόγω ελαχίστων αμοιβών από τους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους, σε συνδυασμό με υποχρεωτική παρακράτηση παγίων ποσοστών για τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τους Δικηγορικούς Συλλόγους (άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων).
 

Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου (που αντικαθιστά το άρθρο 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων), καταργείται ο θεσμός των υποχρεωτικώς ελαχίστων αμοιβών και οι προβλεπόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν να ισχύουν.
 

Θεσπίζεται ρητά η απόλυτη συμβατική ελευθερία των μερών (εντολέως και δικηγόρου) αναφορικά με τον ορισμό της δικηγορικής αμοιβής για την παροχή νομικών υπηρεσιών. Ορίζεται δε ότι η έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής, ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Παράλληλα όμως, αλλά αποκλειστικά ως ενδοτικό δίκαιο, ισχύον για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία των μερών περί δικηγορικής αμοιβής, προβλέπεται, ειδικώς για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών ενώπιον δικαστηρίων, η ύπαρξη και ο προσδιορισμός «νομίμων αμοιβών». Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων. Επίσης, βάσει αυτών προσδιορίζεται η αμοιβή του διοριζόμενου δικηγόρου υπηρεσίας επί παροχής νομικής βοηθείας σύμφωνα με το ν.3226/2004 (Α’ 24) ή επί διορισμού δικηγόρου, κατά το άρθρο 200 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας, ή επί αυτεπαγγέλτου διορισμού δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις. Συναφώς ορίζεται ότι, όπου στις διατάξεις των άρθρων 98- 102 , 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής δικηγορικής υπηρεσίας σχετιζόμενης με την έναρξη και την διεξαγωγή της δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε «ελάχιστα όρια αμοιβών» ή «ελάχιστες αμοιβές» ή «αμοιβές», νοούνται εφεξής οι «νόμιμες αμοιβές» κατά την ανωτέρω έννοια. Επίσης, ορίζεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως νόμιμες αμοιβές κατά την ανωτέρω έννοια, οι προβλεπόμενες ως ελάχιστες αμοιβές στις κατ’εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.2 του ν.2753/99 τεθείσες και παραλλήλως προς τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων ισχύουσες, διατάξεις του Κεφαλαίου Ι «παραστάσεις στα δικαστήρια» της Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 (Β’ 2422), που αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση Προεδρικού Διατάγματος με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, προς επαναρρύθμιση των νομίμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Ορίζεται δε ότι το Προεδρικό Διάταγμα μπορεί να εκδοθεί και χωρίς τη γνώμη της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συνάμα ορίζεται ότι με το πρώτο εκδιδόμενο δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως Προεδρικό Διάταγμα, του οποίου η έκδοση επιβάλλεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του προτεινομένου νόμου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Δικηγόρων ή σε άλλο νόμο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές, οι οποίες εφεξής ισχύουν ως νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με την τιθέμενη με την παράγραφο αυτή ρύθμιση, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, καθορίζονται εφεξής ως νόμιμες αμοιβές σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή προσαύξηση της, εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα, αξίας επί της οποίας αυτά υπολογίζονται. Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στη διατήρηση σε λογικά επίπεδα του κόστους παροχής δικηγορικών υπηρεσιών, στις περιπτώσεις καταβολής για αυτές «νόμιμης αμοιβής», όταν η νόμιμη αμοιβή είναι αναλογική και υπολογίζεται ποσοστιαίως επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, με την αποτροπή της ανόδου αυτής σε υπερβολικά μεγάλο ύψος κατ’ ακολουθίαν του ότι η αξία του αντικειμένου της δίκης είναι πολύ μεγάλη, πράγμα που συμβαίνει όταν προβλέπεται για τον υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής ένα ενιαίο ποσοστό, αδιαφόρως της αξίας του αντικειμένου της δίκης.

Με την παράγραφο 7 του προτεινόμενου άρθρου 5, προβλέπεται ότι η συμφωνία περί αμοιβής αποδεικνύεται μόνο με την προσκόμιση του σχετικού εγγράφου που συντάχθηκε για την συνομολόγησή της, δοθέντος ότι επιβάλλεται για την συμφωνία αυτή ο έγγραφος τύπος.

Με την παράγραφο 8 του προτεινόμενου άρθρου 5, καταργείται ο θεσμός της υποχρεωτικής προείσπραξης της αμοιβής των δικηγόρων μέσω του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που συνάπτεται απολύτως προς τον, ωσαύτως, καταργούμενο θεσμό των υποχρεωτικώς ελαχίστων αμοιβών. Όμως, λαμβάνεται πλήρης πρόνοια για την διασφάλιση των πόρων των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων, που παρεκρατούντο από την προεισπραττόμενη δικηγορική αμοιβή, με την θέσπιση ενός νέου καθεστώτος προκαταβολής από τους δικηγόρους ως εισφορών ποσοστών επί «ποσών αναφοράς», που αντιπροσωπεύουν ισομεγέθεις με τους σήμερα ισχύοντες πόρους των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι εφεξής οι δικηγόροι για τις παραστάσεις τους ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών ασκούντων δικαιοδοτικά καθήκοντα στα πλαίσια διαδικασιών που προβλέπονται από δικονομικούς νόμους και εν γένει για την παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, υποχρεούνται σε προκαταβολή στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ποσών εισφορών, που ως απόλυτο χρηματικό μέγεθος συνιστούν έκφραση ποσοστού επί «ποσών αναφοράς». Κατά την έναρξη ισχύος του προτεινομένου νόμου, τόσο τα ως άνω προβλεπόμενα ποσοστά επί «ποσών αναφοράς», όσο και αυτά τα «ποσά αναφοράς», διατηρούνται ως μεγέθη αμετάβλητα στα ίδια ακριβώς επίπεδα, αφενός προς τα ποσοστά που παρακρατούν σήμερα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων, από τις προεισπραττόμενες δικηγορικές αμοιβές και αφετέρου προς τα οριζόμενα στην Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 ποσά υποχρεωτικώς ελάχιστης και προεισπραττόμενης αμοιβής για τις επί μέρους δικηγορικές παραστάσεις σε δικαστήρια και διαδικαστικές ενέργειες. Έτσι, με την συντελούμενη μεταβολή στο νομικό καθεστώς των δικηγορικών αμοιβών, ουδεμία απομείωση των πόρων των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων επέρχεται από τις εφεξής προκαταβαλλόμενες υπέρ αυτών εισφορές.
Με το πρώτο εδάφιο της προτεινόμενης παραγράφου 1 του νέου άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο τίθεται σε αντικατάσταση του ισχύοντος, με την παράγραφο 8 του άρθρου 5 του προτεινομένου σχεδίου νόμου, εισάγεται το νέο νομικό καθεστώς των υποχρεωτικών προκαταβολών από δικηγόρους ποσοστών επί «ποσών αναφοράς», ως εισφορών, ρητώς δε ορίζεται στο τέταρτο εδάφιο ότι ως «ποσοστά αναφοράς» κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής νοούνται τα ποσά που ορίζονται στην προαναφερθείσα Κ.Υ.Α. της 7.12.2007 ως υποχρεωτική ελάχιστη αμοιβή για τις αντίστοιχες παραστάσεις δικηγόρων σε δικαστήρια και διαδικαστικές ενέργειες. Με το τρίτο εδάφιο, που θέτει πάγιο δίκαιο, παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τον καθορισμό του «ποσού αναφοράς» για κάθε παράσταση δικηγόρου ή διαδικαστική ενέργεια και για τη ρύθμιση κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή της παρ.1.

Με την παράγραφο 2 του προτεινομένου νέου άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση Προεδρικού Διατάγματος με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, με το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσοστά που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 ως εφαρμοστέα επί «ποσών αναφοράς» και συνιστούν, ως εισφορές των δικηγόρων, τους πόρους των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων.

Με τις παραγράφους 3 και 4 του προτεινομένου νέου άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων διατηρούνται στην ουσία τους οι ρυθμίσεις των διατάξεων των ισχυουσών παραγράφων 5 και 6 του αντικαθιστάμενου άρθρου 96, με την διαφορά όμως ότι εφεξής δεν γίνεται αναφορά στην υποχρεωτική προείσπραξη αλλά στην υποχρεωτική προκαταβολή.
Επισημαίνεται ότι η κατάργηση της υποχρεωτικής προεισπράξεως των δικηγορικών αμοιβών που θεσπίζεται με τις προηγούμενες διατάξεις δεν επιφέρει καμία μείωση στα έσοδα των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων, τα οποία παραμένουν απολύτως στα ισχύοντα σήμερα επίπεδα.

Με την παράγραφο 9 του προτεινομένου άρθρου 5 αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 96Α του Κώδικα Δικηγόρων και τίθεται νέα ρύθμιση σε εναρμόνιση προς εκείνη της παρ. 8 του προτεινομένου άρθρου 5, που αντικαθιστά το άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων. Σύμφωνα με αυτή τη ρύθμιση, επί υπάρξεως σε Δικηγορικό Σύλλογο ιδιαιτέρου διανεμητικού λογαριασμού, το κατά το επόμενο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 96α του Κώδικα Δικηγόρων -το οποίο παραμένει ως έχει σε ισχύ- ποσοστό, ως πόρος του λογαριασμού τούτου, υπολογίζεται εφεξής επί «ποσοστού αναφοράς», όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 1 του νέου άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων, που εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλόγως. Προκαταβάλλεται δε από το δικηγόρο μαζί με το προκαταβαλλόμενο σύμφωνα με την παρ. 1 του νέου άρθρου 96 ποσοστό επί του εκάστοτε «ποσού αναφοράς». Με την παράγραφο 10 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, αντικαθίστανται τα άρθρα 160 και 161 του Κώδικα Δικηγόρων με τα οποία καθορίζονται σήμερα προεισπραττόμενες ελάχιστες αμοιβές για συγκεκριμένες εξώδικες πράξεις και κυρίως για την σύνταξη προσχεδίων συμβολαιογραφικών εγγράφων που αφορούν ακίνητα.
Με το νέο άρθρο 160, ορίζεται ότι για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την σύνταξη της σχετικής έκθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως άλλωστε ορίζει ο νέος βασικός κανόνας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως η παράγραφος αυτή αντικαθίσταται με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.

Με το νέο άρθρο 161, ορίζεται ότι για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92. Έτσι, παύει να ισχύει το προβλεπόμενο από το, αντικαθιστάμενο με την παρ. 10 του προτεινόμενου άρθρου 5, παλαιό άρθρο 161 του Κώδικα Δικηγόρων νομικό καθεστώς των υποχρεωτικώς ελαχίστων αμοιβών που προκαταβάλλονται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, οι οποίες κατά την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση ορίζονται κατά βάση ως αναλογικές αμοιβές, σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της αξίας του αντικειμένου της συναλλαγής. Δεδομένου ότι το εν λόγω ισχύον σήμερα νομικό καθεστώς προβλέπει δυνατότητα θεσπίσεως, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εκδιδόμενη μετά απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που λαμβάνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του, παρακρατήσεως ποσοστού της προκαταβαλλόμενης στο Δικηγορικό Σύλλογο υποχρεωτικώς ελάχιστης αμοιβής, ως πόρου συνιστώμενου κατά την ίδια διαδικασία διανεμητικού λογαριασμού, για τη διασφάλιση αυτού του πόρου διανεμητικών λογαριασμών Δικηγορικών Συλλόγων και μετά την επερχόμενη κατάργηση του ισχύοντος σήμερα νομικού καθεστώτος των προκαταβαλλομένων στους Δικηγορικούς Συλλόγους υποχρεωτικώς ελαχίστων αμοιβών, προβλέπεται στο νέο άρθρο 161 η θέσπιση ενός νέου νομικού καθεστώτος, παρεμφερούς προς εκείνο του νέου άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων. Το νέο νομικό καθεστώς συνίσταται στη θέσπιση δυνατότητος επιβολής σε δικηγόρους υποχρεώσεως προκαταβολής, πριν τη διενέργεια νομικών εργασιών, εισφοράς, ως πόρου ιδρυομένων από Δικηγορικούς Συλλόγους διανεμητικών λογαριασμών, που υπολογίζεται ποσοστιαίως επί «ποσού αναφοράς» ή «ποσοστού αναφοράς» επί αξίας αντικειμένου συναλλαγής. Λαμβάνεται δε πρόνοια να μην επέλθει με τη συντελούμενη εισαγωγή του νέου νομικού καθεστώτος ουσιαστική απομείωση του εν λόγω πόρου των διανεμητικών λογαριασμών υπό τη μορφή πλέον της προκαταβαλλόμενης από τους δικηγόρους εισφοράς. Ειδικότερα:
Με την παράγραφο 2 του νέου άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων διατηρείται εν πρώτοις η προβλεπόμενη στην παρ. 7 του αντικαθισταμένου παλαιού άρθρου 161 αρμοδιότητα προς σύσταση διανεμητικών λογαριασμών σε Δικηγορικούς Συλλόγους και ορίζεται ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται μετά απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του, μπορεί να συστήνεται ιδιαίτερος λογαριασμός για την συγκέντρωση καταβαλλομένων ποσών (υποχρεωτικών εισφορών) από δικηγόρους επί διενεργείας οριζομένων εξωδίκων ή δικαστικών εργασιών, και να ρυθμίζονται τα αναγκαία ζητήματα για τη συγκέντρωση των καταβαλλομένων ποσών, τη διανομή τους στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την λειτουργία του λογαριασμού.
Με όμοια απόφαση, εκδιδόμενη κατά την ίδια διαδικασία, οι δικηγόροι που προβαίνουν στις νομικές εργασίες της παραγράφου 1 (σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες) ή σε άλλες οριζόμενες νομικές εργασίες, μπορεί να υποχρεούνται σε προκαταβολή εισφοράς προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο συγκεκριμένου ποσοστού επί «ποσού αναφοράς» ή επί «ποσοστού αναφοράς» το οποίο υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας. Επαναλαμβάνεται δε η ισχύουσα ρύθμιση ότι ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος, για την γενόμενη καταβολή, εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο. Η παράλειψη προσαρτήσεως προβλέπεται ότι συνιστά πειθαρχικό αδίκημα του συμβολαιογράφου.

Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα «ποσά» ή τα «ποσοστά αναφοράς», με βάση τα οποία υπολογίζονται ποσοστιαίως οι προκαταβολές των δικηγόρων προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο 2, καθορίζονται, δυνάμει παρεχόμενης με τη διάταξη αυτή νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Με όμοια δε απόφαση αναπροσαρμόζονται τα ποσά και τα ποσοστά αυτά.

Με τη διάταξη δε της παρ.4 του νέου άρθρου 161, και μέχρι την έκδοση, δυνάμει της παρεχόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, της κοινής υπουργικής αποφάσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου του Κώδικα Δικηγόρων, ορίζεται το «ποσοστό αναφοράς» επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστιαίως το ποσό που ο δικηγόρος υποχρεούται να προκαταβάλει ως εισφορά στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Αυτό το «ποσοστό αναφοράς» ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, σε καθοριζόμενα διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά οριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της αξίας του αντικειμένου της συναλλαγής για την οποία καταρτίζεται η δικαιοπραξία. Τούτο δε, σε μεγέθη ουσιαστικώς αντίστοιχα προς εκείνα της παρ. 1 του αντικαθιστάμενου παλαιού άρθρου 161. Έτσι, όπως ήδη επισημάνθηκε, διασφαλίζεται ότι, με την εισαγωγή του εκτεθέντος νέου νομικού καθεστώτος, ουδεμία ουσιαστική απομείωση επέρχεται του εν λόγω πόρου των διανεμητικών λογαριασμών των Δικηγορικών Συλλόγων, υπό την μορφή πλέον της προκαταβαλλόμενης από τους δικηγόρους εισφοράς.

Η παράγραφος 5 του νέου άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων επαναλαμβάνει κατ’ουσία την ρύθμιση των παραγράφων 3 έως 5 του αντικαθιστάμενου παλαιού άρθρου 161, η δε παρ. 6 θεσπίζει απαλλαγή από την υποχρέωση προκαταβολής εισφοράς αντίστοιχη προς την απαλλαγή από την υποχρέωση προκαταβολής στο Δικηγορικό Σύλλογο δικηγορικής αμοιβής κατά την παρ. 8 περ. α’ του αντικαθιστάμενου παλαιού άρθρου 161.

Με την παράγραφο 11 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου ορίζεται ότι οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων , όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του άρθρου αυτού από την παράγραφο 10 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων δυνάμει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της παραγράφου 2 του άρθρου 161 , όπως τούτο αντικαθίσταται με την παρ. 10 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.
Με την παράγραφο 12 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου αναδιατυπώνονται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 175, του Κώδικα Δικηγόρων ενόψει της καταργήσεως των υποχρεωτικών «ελαχίστων ορίων αμοιβών».

Με την παράγραφο 13 καταργείται η αναφορά σε εξώδικες δικηγορικές εργασίες στο άρθρο 176 του Κώδικα Δικηγόρων, δεδομένου ότι για τις εργασίες αυτές ισχύει αποκλειστικώς η, με ελεύθερη σύμβαση, καθοριζόμενη αμοιβή μεταξύ δικηγόρου και εντολέως του.

Με την παράγραφο 14 αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 178 του Κώδικα Δικηγόρων και ορίζεται ότι τα Δικαστήρια κατά την επιδίκαση δικαστικών εξόδων καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας για την αμοιβή μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του ή αντιπροσώπου αυτού, εφαρμόζουν τις διατάξεις για τις νόμιμες αμοιβές κατά την παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αυτή αντικαθίσταται με την παρ. 6 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.

Με την παράγραφο 15 καταργούνται εφεξής οι παράγραφοι 2 έως και 7 του άρθρου 7 του ν. 2753/1999. Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη παράλληλο προς το αντίστοιχο του Κώδικα Δικηγόρων σύστημα θεσμοθέτησης «υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών» για τις δικηγορικές υπηρεσίες, με παροχή εξουσιοδοτήσεως προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προς καθορισμό αυτών των υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών, για τις οποίες ορίζεται ότι προεισπράττονται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, που προβαίνει σε παρακράτηση ποσοστού, το οποίο αντιπροσωπεύει πόρους των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων. Ωσαύτως δε προβαίνει σε παρακράτηση ποσοστού αναλογούντος φόρου.
Τελευταία χρήση της εξουσιοδοτήσεως έγινε με την έκδοση της κ.υ.α. 1117864/2297/Α0012/7.12.2007, η οποία προμνημονεύθηκε.
Η κατάργηση των παρ.2 έως και 7 του άρθρου 7 του ν.2753/1999 λαμβάνει χώρα ενόψει της καταργήσεως τόσο της προβλέψεως με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου υποχρεωτικώς ελαχίστων αμοιβών όσο και του εισαχθέντος νομικού καθεστώτος της προεισπράξεως αυτών. Η προβλεπόμενη στο προτεινόμενο σχέδιο νόμου κατάργηση του νομικού καθεστώτος της προεισπράξεως των, επίσης καταργουμένων, υποχρεωτικών ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών, από την οποία σήμερα παρακρατείται ο αναλογών φόρος εισοδήματος, δημιουργεί την ανάγκη προβλέψεως νέας ρυθμίσεως για την φορολόγηση των δικηγορικών αμοιβών.

Τέλος, με την παράγραφο 16 παρέχεται εξουσιοδότηση προς έκδοση προεδρικού διατάγματος με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, για τη διενέργεια κάθε αναγκαίας προσαρμογής στις διατάξεις του προτεινόμενου σχεδίου νόμου των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων καθώς και οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που αφορά στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

3. ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
Το ισχύον Π.Δ.81/2005 (Α’ 120), που εκδόθηκε βάσει της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 47 παράγραφος 2 του Κώδικα Δικηγόρων, επιτρέπει την σύσταση από δύο ή περισσότερους δικηγόρους, μέλη του ιδίου Δικηγορικού Συλλόγου, «Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρείας», με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σε τρίτους και τη διανομή των συνολικών καθαρών αμοιβών που θα προκύψουν από τη δραστηριότητά τους αυτή. Με το άρθρο 6 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου τίθενται ρυθμίσεις σε εναρμόνιση προς εκείνες που, όπως αναφέρθηκε, τίθενται με το άρθρο 5 παρ. 1 έως 5 τούτου.
Ειδικότερα:
α. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 αντικαθίσταται το άρθρο 1 του Π.Δ. 81/2005 και ορίζεται ότι εφεξής μπορούν να συστήνουν δικηγορικές εταιρείες και δικηγόροι που είναι μέλη διαφορετικών Δικηγορικών Συλλόγων. Ως έδρα της εταιρείας δύναται να επιλεγεί η έδρα του Πρωτοδικείου μιας των πρωτοδικειακών περιφερειών όπου εδρεύουν οι αντίστοιχοι Σύλλογοι στους οποίους είναι εγγεγραμμένα μέλη της εταιρείας.

β. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 4 του Π.Δ. 81/2005, που αναφέρεται στην έγκριση του καταστατικού δικηγορικής εταιρείας και των τροποποιήσεών του και ορίζεται ότι αυτή γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας της Εταιρείας, που ελέγχει αν οι διατάξεις του καταστατικού συμφωνούν με τις διατάξεις του νόμου. Τίθεται δε νέα διάταξη η οποία ορίζει ότι στην περίπτωση παρόδου άπρακτης προθεσμίας ενός (1) μηνός, από την υποβολή προς έγκριση του καταστατικού της εταιρείας.

γ. Αντικαθίσταται με την παράγραφο 3 του άρθρου 6 η παρ. 4 του άρθρου 4 του Π.Δ.81/2005, και εφεξής η απόφαση δικηγορικής εταιρείας για την ίδρυση υποκαταστήματος δεν υπόκειται πλέον σε έγκριση του Δικηγορικού Συλλόγου, αλλά μόνο στη διατύπωση της γνωστοποίησής της στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της εταιρείας.

δ. Τέλος, προστίθεται νέα παράγραφος 5 στο άρθρο 4, σύμφωνα με την οποία όπου στο Π.Δ. χρησιμοποιείται ο όρος «οικείος δικηγορικός σύλλογος», νοείται εφεξής, εν όψει των νέων ρυθμίσεων, ο «δικηγορικός σύλλογος της έδρας της εταιρείας».
 

4. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ
Οι βασικοί περιορισμοί στην άσκηση του επαγγέλματος των μηχανικών , στους οποίους συγκαταλέγονται σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και οι αρχιτέκτονες, εντοπίζονται για μεν τις μελέτες ιδιωτικών έργων στο σύστημα των υποχρεωτικώς ελαχίστων αμοιβών, για δε τις μελέτες δημοσίων έργων στο σύστημα των υποχρεωτικώς ελαχίστων προεκτιμώμενων αμοιβών.

α. Ως προς τις μελέτες ιδιωτικών έργων:
Με το άρθρο 7 του σχεδίου νόμου διατυπώνεται καταρχήν στην παράγραφο 1 , υποπαράγραφο 1 α, ο γενικός κανόνας ότι η αμοιβή των μηχανικών καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων και ότι οι προβλεπόμενες στο Π.Δ. 696/1976 και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτό το χαρακτήρα.
Με την υποπαράγραφο 1β επιδιώκεται η διασφάλιση της τηρήσεως των αρχών του ελεύθερου και υγιούς ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της ελεύθερης συνομολογήσεως αμοιβών των μηχανικών για την εκπόνηση μελετών ιδιωτικών έργων. Συγκεκριμένα, διακηρύσσεται ανεπίτρεπτη, ως συνιστώσα αντιδεοντολογική συμπεριφορά αθέμιτου ανταγωνισμού, η συνομολόγηση από μηχανικό σύμβασης με ασυνήθιστα χαμηλή αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 52 του Π.Δ. 60/2007, που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί και χαρακτηρίζεται ως πειθαρχικό αδίκημα. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΕ, στην περίπτωση που κρίνει μη ικανοποιητικές τις εξηγήσεις τις οποίες καλείται να δώσει ο μηχανικός προς δικαιολόγηση της ασυνήθιστα χαμηλής αμοιβής του.

Με την παράγραφο 2 θεσπίζεται η υποχρέωση του μηχανικού να καταθέτει τη σχετική σύμβαση και να καταβάλει στο ΤΕΕ τις εισφορές και τα λοιπά δικαιώματα που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία, που υπολογίζονται βάσει των στοιχείων τα οποία προκύπτουν από τη μελέτη, με τον ίδιο τρόπο υπολογισμού που εφαρμόζεται και σήμερα. Το δε ΤΕΕ προβαίνει σε επαλήθευση των στοιχείων και του βάσει αυτών γενόμενου υπολογισμού των εισφορών και δικαιωμάτων, τον οποίο οριστικοποιεί. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται το ύψος των εισφορών και δικαιωμάτων υπέρ του ΤΕΕ, των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δικαιούχων.

Με την παράγραφο 3 επεκτείνονται οι ρυθμίσεις των δύο προηγουμένων παραγράφων και στις εργασίες επίβλεψης και διοίκησης έργου.

Με την παράγραφο 4 ορίζεται εν πρώτοις ότι για όσες από τις ως άνω εισφορές βάση υπολογισμού κατά νόμον αποτελεί η αμοιβή του μηχανικού, αυτές υπολογίζονται εφεξής επί της συμβατικής αμοιβής, εφόσον αυτή είναι μεγαλύτερη της νόμιμης αμοιβής κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 696/1974, όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 8, άλλως υπολογίζεται επί της νόμιμης αμοιβής. Περαιτέρω ορίζεται ότι για όσες από τις ως άνω εισφορές προβλέπεται ως βάση υπολογισμού η ελάχιστη αμοιβή, εφεξής υπολογίζονται επί της νόμιμης αμοιβής κατά την ανωτέρω έννοια.

Στην παράγραφο 5 ορίζεται ότι τα δικαστήρια, όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών περί αμοιβής, λαμβάνουν υπόψη τις νόμιμες αμοιβές κατά την εκδίκαση διαφορών περί αμοιβών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 677 έως και 681 του Κ.Πολ.Δ.

Με τις παραγράφους 6 και 7 μεταφέρεται αυτούσια στον παρόντα νόμο και καταργείται ως διάταξη ΠΔ, η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του ΠΔ 696/1974, η οποία έχει κριθεί αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας, για το λόγο ότι παρείχε μη έγκυρη υπεξουσιοδότηση (ΣτΕ-2506/2000).

Με την παράγραφο 8 ορίζεται ότι οι προβλεπόμενες στο ΠΔ 696/1974 αμοιβές αποτελούν τις νόμιμες αμοιβές, που ισχύουν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής των συμβαλλομένων μερών.
Με την παράγραφο 9 καταργείται η διάταξη του άρθρου 3 παρ.7 δεύτερο εδάφιο του ΠΔ 696/1974, που συνιστά καθορισμό υποχρεωτικής κατώτατης αμοιβής για μικρά έργα.

Με την παράγραφο 10 μεταβάλλεται η νομοθετική εξουσιοδότηση που παρέχεται με το άρθρο 59 του από 17.7/16.8.1923 ΝΔ, ώστε πλέον βάσει αυτής να διενεργείται ρύθμιση νομίμων αμοιβών, για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής.

Με την παράγραφο 11 καταργούνται οι παράγραφοι 1 και 2 του ιδίου άρθρου, οι οποίες έχουν μεταφερθεί κατά περιεχόμενο στο ως άνω αναμορφωμένο άρθρο 59 του Ν.Δ. της 17.7/16.8.23.

Με την παράγραφο 12 αντικαθίσταται η ρύθμιση της, καταργούμενης, διατάξεως της παραγράφου 4 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, με σκοπό την προσαρμογή της στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και προβλέπεται εισφορά ποσοστού 2% υπέρ του ΤΕΕ για τις πάσης φύσεως λειτουργικές του δαπάνες, που υπολογίζεται επί της συμβατικώς συνομολογουμένης ή της νομίμου αμοιβής, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 4.

Με την παράγραφο 13 καταργούνται οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του Β.Δ/τος της 30/31-5-1956 και παύει εφεξής να υφίσταται η υποχρέωση καταθέσεως της αμοιβής για εκπονηθείσα μελέτη στο ΤΕΕ.

Με την παράγραφο 14 προβλέπεται ότι η καταψηφιστική αγωγή του άρθρου 2 παρ.4, τρίτο και τέταρτο εδάφιο του ιδίου ΒΔ/τος έχει πλέον αίτημα την καταβολή της αμοιβής στο μηχανικό και όχι στο ΤΕΕ, όπου κατετίθετο μέχρι σήμερα.

Με την παράγραφο 15, προκειμένου να προσαρμοστεί ολόκληρο το πλέγμα της ισχύουσας νομοθεσίας περί εκπόνησης μελετών ιδιωτικών έργων και των σχετικών αμοιβών των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων στον παρόντα νόμο, παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς έκδοση ΠΔ με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μετά γνώμη της Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ.

β. Ως προς τις μελέτες δημοσίων έργων,

Με την παράγραφο 16 του προτεινόμενου άρθρου 7, που αντικαθιστά την παράγραφο 8 του άρθρου 4 του ν. 3316/2005, μεταβάλλεται ο χαρακτήρας των προεκτιμώμενων ελάχιστων αμοιβών, που, ενώ ήσαν μέχρι τώρα υποχρεωτικές για τους συμμετέχοντες στους διαγωνισμούς μελετών δημοσίων έργων, χρησιμεύουν εφεξής αποκλειστικά στις αναθέτουσες αρχές, καθ’ όσον αφορά τη διενέργεια του διαγωνισμού, για τον προσδιορισμό των καλουμένων με την προκήρυξη τάξεων πτυχίου στο διαγωνισμό. Με το δεύτερο εδάφιο της νέας παρ. 8 προβλέπεται ότι η ως άνω προεκτιμώμενη αμοιβή δεν δεσμεύει τους συμμετέχοντες στους διαγωνισμούς που διαθέτουν πτυχίο της καλουμένης τάξεως, οι οποίοι δικαιούνται του λοιπού να υποβάλουν χαμηλότερη οικονομική προσφορά, ακόμα και μικρότερη του κατωτέρου ορίου της τάξεως πτυχίου που διαθέτουν.

Ακολούθως προστίθεται νέα παράγραφος 9 στο άρθρο 4 του ν. 3316/2005 για την αντιμετώπιση του ενδεχόμενου υποβολής ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, που μπορεί να συνιστούν ανεπίτρεπτες πρακτικές ντάμπινγκ. Προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται το άρθρο 52 του ΠΔ 60/2007 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, με το οποίο μεταφέρεται στην εθνική έννομη τάξη η οδηγία 2004/18/ΕΚ. Η διάταξη αυτή προβλέπει την κλήση του ενδιαφερομένου, προκειμένου να δικαιολογήσει το ύψος της προσφοράς του, πριν αυτή κριθεί ενδεχομένως ως αδικαιολόγητα χαμηλή και απορριφθεί εξ αυτού του λόγου ως απαράδεκτη.

Η παράγραφος 17 αναμορφώνει το τρίτο εδάφιο της περιπτώσεως β της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 3316/2005, με διαγραφή της διατάξεως που προβλέπει απόρριψη υποβληθείσας οικονομικής προσφοράς «εφόσον κατά κατηγορία μελέτης παραβιάζει τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με τις αμοιβές της προς ανάθεση μελέτης», δοθέντος ότι η διάταξη αυτή παραπέμπει στη ρύθμιση της παλαιάς και ήδη αντικαθιστώμενης με την παρ. 16 του άρθρου τούτου διατάξεως της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν. 3316/2005, που αναφέρεται στην εφεξής καταργούμενη δέσμευση των συμμετεχόντων σε διαγωνισμό από την προεκτιμώμενη ελάχιστη αμοιβή κατά τον διενεργούμενο από την αναθέτουσα αρχή υπολογισμό.

Η παράγραφος 18 προσαρμόζει τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 3316/2005 στη νέα ρύθμιση της παρ. 8 του άρθρου 4.

Η παράγραφος 19 αναμορφώνει το δεύτερο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 7 του ν. 3316/2005 για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν σχετικά με την παράγραφο 17.

Η παράγραφος 20 καταργεί τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 19 του ν. 3316/2005, διότι αναφέρονται σε διατάξεις που δεν ισχύουν πλέον, μετά την αντικατάσταση της παρ. 8 του άρθρου 4 του νόμου αυτού.

Η παράγραφος 21 θεσπίζει εξουσιοδοτική διάταξη προς έκδοση ΠΔ/τος με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, για τη διενέργεια των αναγκαίων προσαρμογών του ν. 3316/2005 καθώς και των εκδοθεισών βάσει αυτού κανονιστικών πράξεων στις διατάξεις του προτεινομένου σχεδίου νόμου.

Η παράγραφος 22 επιβάλλει την εντός δύο (2) μηνών έκδοση απόφασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, για την προσαρμογή των διατάξεων της ΥΑ (ΔΜΕΟ/α/οικ/1161 (Β’1064/27.7.2005) που αφορούν τη βαθμολόγηση οικονομικών προσφορών, στις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν. 3316/2005 όπως αντικαθίσταται με τις διατάξεις της παρ. 16 του παρόντος άρθρου.
5. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ
Για το επάγγελμα του νόμιμου ελεγκτή δεν ισχύουν ποσοτικοί περιορισμοί πρόσβασης ή γεωγραφικοί περιορισμοί άσκησης. Με το ν. 3643/2008 (Α’ 174) ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 2006/43/ΕΚ «Για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου» (L 157/87 EL 9.6.2006). Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο συμπληρώνουν πρωταρχικά ο ν. 3148/2003 (Α’ 136) και το π.δ. 226/1992 (Α’ 120). Η ισχύουσα νομοθεσία (παρ. 6 του άρθρου 18 του ν. 2231/1994, Α’ 139) προβλέπει όμως περιορισμό, που συνίσταται στην ύπαρξη ελάχιστου υποχρεωτικού ωρομισθίου.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις καταργείται το νομικό καθεστώς του ελαχίστου υποχρεωτικού ωρομισθίου. Απεναντίας δεν θίγεται ο διοικητικός καθορισμός ελάχιστων ωρών ελέγχου, ληφθέντων υπόψη και όσων προβλέπονται στον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών (International Federation of Accountants – IFAC) και στη Σύσταση της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 2002 «Η ανεξαρτησία του ορκωτού ελεγκτή στην ΕΕ: θεμελιώδεις αρχές» (L 191/22 EL 19-7-2002), με στόχο τη διασφάλιση της επάρκειας και της ποιότητας του ελέγχου.

Ειδικότερα:
Με το άρθρο 8 παράγραφος 1 τροποποιείται και εναρμονίζεται με το ν. 3148/2003, το άρθρο 18 παρ. 6 ν. 2231/1994, Α’ 139. Με το προτεινόμενο άρθρο καταργείται η δυνατότητα προσδιορισμού ελαχίστων αμοιβών, ώστε η αμοιβή για τις εργασίες των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων να καθορίζεται με συμφωνία των μερών, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού. Κρίνεται ωστόσο αναγκαίο να διατηρηθεί η αρμοδιότητα προς καθορισμό, με γενικές ή ειδικές αποφάσεις, των ελαχίστων αναγκαίων ωρών εργασίας, που ασκείται πλέον από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.), μετά από πρόταση του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών
(Σ.Ο.Ε.Λ.). Για τον προσδιορισμό των ελαχίστων αναγκαίων ωρών εργασίας για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, ορίζονται ενδεικτικά ληπτέα υπόψη νόμιμα κριτήρια, που ανάγονται στην κατηγορία μονάδων ή στη συγκεκριμένη μονάδα όπου διενεργείται ο έλεγχος, με δεδομένες τις συναπτόμενες προς την ιδιαιτερότητα αυτής απαιτήσεις επαρκούς και ποιοτικού ελέγχου. Επίσης κρίνεται αναγκαίο να διατηρηθεί η αρμοδιότητα προς προσδιορισμό, με ίδια διαδικασία, ανωτάτου ορίου ετήσιας απασχόλησης ανά νόμιμο ελεγκτή φυσικό πρόσωπο που διενεργεί τον έλεγχο, με δυνατότητα διαφοροποίησης των ωρών αυτών ανάλογα με την κατεχόμενη ιδιότητα (Ορκωτός Ελεγκτής Επίκουρος Ελεγκτής, Δόκιμος Ελεγκτής ή Ασκούμενος Ελεγκτής) και την αντίστοιχη προς αυτήν εμπειρία. Και τούτο, ωσαύτως προς διασφάλιση της επάρκειας και της ποιότητας των διενεργούμενων ελέγχων και με δεδομένες τις συναπτόμενες προς αυτές χρονικές απαιτήσεις.
Με το άρθρο 8 παράγραφος 2 καταργείται η ρύθμιση της περ. α της παρ. 2 του άρθρου 18 του π.δ. 226/1992.

Με το άρθρο 8 παράγραφος 3 τροποποιούνται οι περ. β και γ’της παρ. 3 του άρθρου 18 του π.δ. 226/1992. Έτσι, η προβλεπόμενη χρηματική ποινή εκφράζεται ως απόλυτο αριθμητικό μέγεθος, αποσυνδέεται από τις καταργούμενες πλέον ελάχιστες αμοιβές και συνδέεται με τη βαρύτητα της παράβασης και την ενδεχόμενη υποτροπή.
Με το άρθρο 8 παράγραφος 4 καταργείται η απαγόρευση μείωσης των ελαχίστων αμοιβών που προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 18 του π.δ. 226/1992 και τίθεται ανεξαιρέτως η αρχή του καθορισμού της αμοιβής για της διενέργεια κάθε είδους ελέγχου με ελεύθερη συμφωνία των μερών. Είναι αυτονόητο ότι το άρθρο τούτο δεν επιφέρει κατάργηση ειδικών διατάξεων που προβλέπουν διαδικασίες ανάθεσης του ελεγκτικού έργου από δημόσιους φορείς.
Περαιτέρω, με στόχο τη διαφάνεια και την προαγωγή του ελεύθερου ανταγωνισμού, επιτρέπεται η ανάρτηση ενδεικτικών ωριαίων αμοιβών και κριτηρίων υπολογισμού αυτών από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο στο διαδικτυακό του τόπο.
Τέλος, με το άρθρο 8 παράγραφος 5 τροποποιείται η περ. β της παρ. 2 του άρθρου 20 του π.δ. 226/1992 και η διαπραγμάτευση της αμοιβής υποχρεωτικού ελέγχου παύει να αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ , ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
ΤΙΝΑ ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ

ΥΠΟΔΟΜΩΝ , ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΧΑΡΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ
 

 

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ
ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ
ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ‘
ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Άρθρο 1
Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας
1. Για την πρόσβαση σε επαγγέλματα και την άσκησή τους ισχύει η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας.
2. Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που αφορούν στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων επιβάλλεται να ερμηνεύονται σε αρμονία προς την αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας. Διατάξεις που προβλέπουν περιορισμούς στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων είναι στενώς ερμηνευτέες.

Άρθρο 2
Κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων
1. Οι προβλεπόμενοι στην ισχύουσα νομοθεσία περιορισμοί που αφορούν στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων, πέραν εκείνων των επαγγελμάτων για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο κεφάλαιο Β’ του παρόντος, καταργούνται μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος.
2. Ως περιορισμοί, κατά την έννοια της προηγουμένης παραγράφου, νοούνται οι εξής:
α) Η ύπαρξη, δυνάμει προβλέψεως νόμου, περιορισμένου αριθμού προσώπων τα οποία δικαιούνται να ασκήσουν το επάγγελμα σε όλη την επικράτεια ή σε ορισμένο γεωγραφικό διαμέρισμα, είτε ο αριθμός αυτός ορίζεται ευθέως είτε προσδιορίζεται εμμέσως βάσει πληθυσμιακών ή άλλων κριτηρίων και χορήγηση διοικητικής αδείας για την άσκηση του επαγγέλματος μόνον προς συμπλήρωση του αριθμού τούτου.
β) Η εξάρτηση της χορηγήσεως διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγέλματος από την εκτίμηση της διοικητικής αρχής ως προς την ύπαρξη πραγματικής ανάγκης προς τούτο, που θεωρείται συντρέχουσα όταν η προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους των προσώπων που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί για την άσκηση του επαγγέλματος δεν είναι ικανοποιητική για το κοινωνικό σύνολο, είτε καθ’ όλην την επικράτεια είτε σε ορισμένο γεωγραφικό διαμέρισμα, ενόψει αφενός του αριθμού των προσώπων που ασκούν το επάγγελμα και αφετέρου των προς ικανοποίηση αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ως αποδέκτη των υπηρεσιών αυτών.
γ) Η απαγόρευση για ένα πρόσωπο της ασκήσεως επαγγέλματος έξω από ορισμένο γεωγραφικό διαμέρισμα, εντός του οποίου και μόνον είναι αυτή επιτρεπτή.
δ) Η επιβολή της υπάρξεως ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ των εγκαταστάσεων προσώπων που ασκούν το επάγγελμα.
ε) Η απαγόρευση για ένα πρόσωπο της δημιουργίας περισσοτέρων εγκαταστάσεων ή επαγγελματικής δραστηριοποιήσεως σε
περισσότερες εγκαταστάσεις, σε ένα ή περισσότερα γεωγραφικά διαμερίσματα.
στ) Η πρόβλεψη αποκλειστικής δυνατότητας ή απαγόρευσης διάθεσης είδους αγαθών από ορισμένη κατηγορία επαγγελματικών εγκαταστάσεων.
ζ) Η επιβολή της ασκήσεως επαγγέλματος ή η απαγόρευση της ασκήσεώς του υπό ορισμένη ή ορισμένες εταιρικές μορφές ή ο αποκλεισμός της ασκήσεώς του υπό εταιρική μορφή, επιτρεπομένης μόνον της ατομικής ασκήσεως αυτού.
η) Η επιβολή περιορισμών σχετιζομένων με τη συμμετοχή στη σύνθεση του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου, συναπτομένων προς την ύπαρξη ή την έλλειψη ορισμένης επαγγελματικής ιδιότητος. θ) Η επιβολή υποχρεωτικών κατωτάτων ή ανωτάτων τιμών ή αμοιβών για την διάθεση αγαθών ή την προσφορά υπηρεσιών, είτε αυτές ορίζονται ευθέως είτε προσδιορίζονται εμμέσως με την εφαρμογή συντελεστού κέρδους ή με άλλο ποσοστιαίο υπολογισμό.
3. Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μπορεί να προστεθούν και άλλοι περιορισμοί σε εκείνους που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.
4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είναι δυνατή η θέσπιση εξαιρέσεως σε σχέση προς ορισμένο επάγγελμα από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 και η διατήρηση σε ισχύ περιορισμού αναφερομένου στην παράγραφο 2 ή θεσπιζομένου δυνάμει της παραγράφου 3, ως έχει ή με ηπιότερη μορφή, εάν :
I. Με τον περιορισμό αυτό επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος και
II. Ο περιορισμός αυτός είναι πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την εξυπηρέτησή του και, από απόψεως εντάσεως της επεμβάσεως στη σφαίρα της οικονομικής ελευθερίας, τελεί σε εύλογη αναλογία προς την σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος.

Άρθρο 3
Κατάργηση αδικαιολόγητων απαιτήσεων προηγούμενης διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγελμάτων

1. Η απαίτηση προηγούμενης διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγέλματος, πέραν εκείνων για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο Κεφάλαιο Β’ του παρόντος, όταν η χορήγηση της αδείας αυτής συναρτάται προς την, αντικειμενικώς διαπιστούμενη κατά δεσμία αρμοδιότητα, συνδρομή νομίμων προϋποθέσεων, παύει να ισχύει μετά πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος. Από το χρονικό εκείνο σημείο, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στο επόμενο εδάφιο, το επάγγελμα ασκείται ελευθέρως μετά πάροδο τριμήνου από την αναγγελία ενάρξεως ασκήσεώς του, συνοδευόμενη από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την πιστοποίηση της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, στην κατά τις ισχύουσες στο χρονικό εκείνο σημείο διατάξεις αρμόδια προς αδειοδότηση διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή δύναται, εντός τριών μηνών από την λήψη της αναγγελίας, να απαγορεύσει την άσκησή του επαγγέλματος, στην περίπτωση που δεν συγκεντρώνονται οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία.

Έννομες συνέπειες που προβλέπονται στο νόμο επερχόμενες ή επιβαλλόμενες με διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση, στην περίπτωση ασκήσεως επαγγέλματος χωρίς τη λήψη της απαιτουμένης προς τούτο διοικητικής αδείας, νοούνται μετά πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος συναπτόμενες προς την έναρξη ασκήσεως επαγγέλματος χωρίς προηγούμενη αναγγελία περί τούτου στην αρμόδια διοικητική αρχή και επακόλουθη αναμονή επί τρίμηνο, καθώς και προς την άσκηση του επαγγέλματος παρά τη διατύπωση προς τούτο απαγορεύσεως από την αρμόδια διοικητική
αρχή.
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είναι δυνατή η θέσπιση εξαιρέσεως ως προς ορισμένο επάγγελμα από τη διάταξη της προηγουμένης παραγράφου, αν η διατήρηση του νομικού καθεστώτος της προηγούμενης διοικητικής αδείας επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνάμα δε πληρούνται προς τούτο οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Β ΄

ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

 

Άρθρο  4

Συμβολαιογράφοι

 

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
                  Άρθρο 40, ν.2830/2000:

« Άρθρο 40

          Δικαιώματα συμβολαιογράφων.     

  1. Ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων , δικαιούται πάγια αμοιβή. Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενό τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, δικαιούται να λάβει και αναλογική αμοιβή, που υπολογίζεται με βάση τη συνολική δηλούμενη αξία στο συμβόλαιο ή τη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή προσωρινά ή οριστικά. Τέλη και δικαιώματα που εισπράχθηκαν από το συμβολαιογράφο νόμιμα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου ουδέποτε επιστρέφονται. Οι αμοιβές αυτές καθορίζονται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας. Με όμοιες αποφάσεις ορίζεται ο τρόπος είσπραξης των αμοιβών των συμβολαιογράφων για τη διαφορά που τυχόν προκύπτει ανάμεσα στην αξία που δηλώθηκε για το αντικείμενο της δικαιοπραξίας και στη μεγαλύτερη αξία που οριστικά καθορίσθηκε από την αρμόδια αρχή.»

1.  Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 40 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν.2830/2000 Κώδικα Συμβολαιογράφων (Α΄96) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η αναλογική αμοιβή επιβάλλεται να ορίζεται με την εκδιδόμενη σύμφωνα με το μεθεπόμενο εδάφιο κοινή υπουργική απόφαση σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της, εκφραζόμενης ή αποτιμωμένης σε χρήμα,  αξίας επί της οποίας αυτά υπολογίζονται.»

2.  Στο τέλος της παραγρ.1 του άρθρου 40 του Κώδικα Συμβολαιογράφων προστίθενται εδάφια ως εξής: «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος, καθορίζεται ποσό αξίας αντικειμένου συναλλαγής πάνω από το οποίο η αναλογική αμοιβή για τη σύνταξη συμβολαίων δεν συνιστά την υποχρεωτική αλλά την ανώτατη επιτρεπτή αμοιβή, παρεχομένης της δυνατότητας συνομολογήσεως ελευθέρως, με έγγραφη συμφωνία μεταξύ του συμβολαιογράφου και του δίδοντος την εντολή προς σύνταξη συμβολαίου, μικρότερης αμοιβής.  Μη προκυπτούσης συμφωνίας, η ανώτατη επιτρεπτή αμοιβή συνιστά τη νόμιμη αμοιβή . Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων εδαφίων δεν καταλαμβάνουν τα συμβόλαια τα οποία συντάσσονται βάσει των διατάξεων των άρθρων 115, 117 και 118 του Κώδικα Συμβολαιογράφων.»

   

3.    Εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος, καθορίζεται η αναλογική αμοιβή των συμβολαιογράφων με βάση τη διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, που προστίθεται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.    Εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος,  καθορίζεται, το πρώτον, το ποσό το οποίο προβλέπεται στο τρίτο από το τέλος εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, που προστίθεται με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

5.       Σε περίπτωση μη διατυπώσεως γνώμης από τη Συντονιστική Επιτροπή Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι κοινές υπουργικές αποφάσεις των δύο προηγουμένων παραγράφων εκδίδονται χωρίς αυτήν.

 

 

 

 

 

Άρθρο 5

 Δικηγόροι

 

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
 

              Άρθρο 44 του Κώδικα Δικηγόρων:

                          «   Άρθρο 44.

 Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα ν` ασκή το λειτούργημα αυτού  εν  τη περιφερεία  του  Συλλόγου  ούτινος  είναι  μέλος,  μη  υποκείμενος  εις ουδεμίαν και  καθ`  οιονδήποτε  τρόπον  προηγούμενην  άδειαν  ασκήσεως οιασδήποτε  αρχής  απαγορεύεται  όμως  αυτώ να δικηγορή εις δικαστήρια εκτός της περιφερείας  του  Συλλόγου  εδρευόντα,  πλην  των  ρητών  εν άρθροις 56 και 57 εξαιρέσεων.»

1.Το άρθρο 44 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων (Α΄235) αντικαθίσταται ως εξής:

            « Άρθρο 44

«Ο δικηγόρος, τόσο όταν ασκεί ατομικά την δικηγορία όσο και όταν είναι μέλος δικηγορικής εταιρείας, έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του  δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι  μέλος καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων.»

Άρθρο 54, παρ 2,3,4 και 7 του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρο 54.

 « 2.  Ο  παρά  Πρωτοδικείω  Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και  ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ` ω  διατελεί  Πρωτοδικείου και των εν τη περιφερεία αυτού Ειρηνοδικείων εκτός εάν εν τω  αυτώ  Ειρηνοδικείω έχουν διορισθή ειδικώς τουλάχιστον 4 Δικηγόροι.

 Κατ` εξαίρεσιν Δικηγόρος παρά τω Πρωτοδικείω εις την έδραν του  οποίου  εδρεύει   Εφετείον,   δικαιούται  να  συμπαρίσταται  και  ενώπιον  του Εφετείου, μετά Δικηγόρου παρ` αυτώ  διωρισμένου  κατά  την  συζήτητσιν εφέσεως  κατ`  αποφάσεως εις ην Πρωτοδίκως έλαβε μέρος. Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω εις την έδραν του οποίου εδρεύει Εφετείον,  δικαιούται  να

 παρίσταται  ενώπιον  του  Εφετείου  κατά  την  συζήτησιν  εφέσεως κατ` αποφάσεως  εις  ην  πρωτοδίκως  έλαβε  μέρος  εφ`  όσον  έχει  δεκαετή δικηγορικήν υπηρεσίαν.

 3.  Ο  παρ`  Εφετείω  Δικηγόρος  δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ` ω  διατελεί Εφετείου, ενώπιον του εν τη έδρα αυτού Πρωτοδικείου και ενώπιον των εν  τη   περιφερεία   του   πρωτοδικείου  τούτου  Ειρηνοδικείων,  υπό  την επιφύλαξιν της παραγρ. 2  του  παρόντος  άρθρου.  Εξαιρετικώς  ο  παρ` Εφετείω  Αθηνών  Δικηγόρος  δικαιούται  να  παρίσταται  και ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον  των  Πρωτοδικείων  Αθηνών  και

Πειραιώς  και  ενώπιον  των εν τη περιφερεία τούτων Ειρηνοδικείων, υπό την επιφύλαξιν της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, άπαντες δε οι Δικηγόροι παρ`   Εφετείω   δικαιούνται   να   παρίστανται   ενώπιον   οιουδήποτε Πρωτοδικείου  ή  Ειρηνοδικείου, της περιφερείας του παρ` ω διατελούσιν Εφετείου, ως και ενώπιον οιουδήποτε Εφετείου του Κράτους, εν συμπράξει όμως  πάντοτε  μετά  Δικηγόρου  διατελούντος  παρά  τοις  Δικαστηρίοις τούτοις .

  “Ο παρ` Εφετείω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή διαδικαστικάς πράξεις και ενώπιον του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου”.

        ***Το εντός “”εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 54 προστέθηκε με το  άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

  4.   Ο  παρ` Αρείω Πάγω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή τας σχετικάς  διαδικαστικάς  πράξεις  ενώπιον  του  Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, Πρωτοδικείου Αθηνών και Πειραιώς, ως   και   ενώπιον  των  εν  τη  περιφερεία  των  Πρωτοδικείων  τούτων Ειρηνοδικείων,  δικαιούται  δε  προσέτι  να  παρίσταται  ενώπιον   των Δικαστηρίων  του  Κράτους  εν  συμπράξει  όμως  πάντοτε μετά Δικηγόρου διατελούντος παρά τους Δικαστηρίοις τούτοις.

7. Δικηγόρος παρ`εφέταις πλην των παρά τοις εφετείοις Αθηνών και Πειραιώς, δύναται μετά δεκαετή άσκησιν του λειτουργήματος εξ ης εξαετή παρ`εφέταις, να συμπαρίσταται ενώπιον του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά δικηγόρου Αθηνών ή Πειραιώς, διατελούντος παρ`αυτοίς επι αναιρέσεων  κατά αποφάσεων εκδοθεισών επί υποθέσεων τας οποίας ούτος εχειρίσθη πρωτοδίκως ή κατ`έφεσιν”.

 ***Οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 54 προστέθηκαν με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

2.Οι παράγραφοι 2 έως και 4, καθώς και 7 του άρθρου 54 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής :

«2. Ο παρά Πρωτοδικείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας. Κατ` εξαίρεση, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω δικαιούται να συμπαρίσταται και ενώπιον Εφετείου με Δικηγόρο παρ` Εφετείω, κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος. Επίσης, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω, εφ` όσον έχει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία, δικαιούται να παρίσταται ενώπιον Εφετείου κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος.

3. Ο παρ` Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και ενώπιον όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας.

4. Ο παρ` Αρείω Πάγω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές  διαδικαστικές  πράξεις  ενώπιον  του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας.»

«7. Δικηγόρος παρ` Εφετείω, δικαιούται, εφόσον ασκεί το λειτούργημα για δέκα έτη από τα οποία έξη παρ` Εφετείω, να συμπαρίσταται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, με δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, επί αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση, την οποία χειρίσθηκε πρωτοδίκως ή κατ` έφεση.»

 

Άρθρο 54, παρ. 5,6, και 8 του Κώδικα Δικηγόρων

«5. Δικηγόροι διωρισμένοι εις την  περιφερείαν του Πρωτοδικείου Πειραιώς   δικαιούνται να παρίστανται και ενεργώσι τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των εν Αθήναις Δικαστηρίων εφ` όσον έχουσι τα κατά το άρθρον 36 παρ. 2 νόμιμα προσόντα, οι δε Δικηγόροι οι διωρισμένοι παρά τη περιφερεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαιούνται επίσης να παρίστανται και να ενεργώσι τας αυτάς διαδικαστικάς  πράξεις ενώπιον των Δικαστηρίων Πειραιώς.

“6. Δικηγόρος διωρισμένος παρά Πρωτοδικείω το οποίον δεν εδρεύει εις την έδραν Εφετείου, προαχθείς εις δικηγόρον παρ` εφέταις δύναται να παρίσταται ενώπιον του Εφετείου, παρ` ω προήχθη και διά πάσαν ανατιθεμένην εις τούτον πολιτικήν υπόθεσιν.

“8. Δικηγόροι μη έχοντες την ιδιότητα μέλους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και  Πειραιώς, προαγόμενο παρ` Αρείω Πάγω, παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας πάντοτε μετά δικηγόρου μέλους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιώς και μόνον επί αναιρέσεων κατ` αποφάσεων  εκδοθεισών επί υποθέσεων τας οποίας ούτοι εχειρίσθησαν πρωτοδίκως ή κατ` έφεσιν”.

    *** Η παρ.8 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 950/1979(Α 165). Με τις αποφάσεις  όμως 418/1992 ΕΣ (Ολομ) 196/1984 ΣτΕ (Ολομ) η ανωτέρω διάταξη κρίθηκε ως αντισυνταγματική

 

3.  Οι παράγραφοι 5, 6 και 8 του άρθρου 54 του Κώδικα Δικηγόρων καταργούνται.

 

        Άρθρο 56 του Κώδικα Δικηγόρων

Αρθρον 56.

Εις ποινικάς υποθέσεις και ενώπιον παντός ποινικού δικαστηρίου πλην του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού δύναται  να  παρίσταται και ενεργή τας σχετικάς  διαδικαστικάς πράξεις, πας δικηγόρος οιασδήποτε δικαστικής περιφερείας πλην των κατά το άρθρον 54 ειδικώς παρ`  Ειρηνοδικείω τοποθετημένων Δικηγόρων, της τοιαύτης ασκήσεως, μη δυναμένης να  προσλάβη την μορφήν επαγγελματικής  εγκαταστάσεως. Ο παραβάτης της διατάξεως τιμωρείται διά προσωρινής και εν υποτροπή δι` οριστικής παύσεως

4. Το άρθρο 56 του Κώδικα Δικηγόρων , αντικαθίσταται ως εξής:

            « Άρθρο 56

«Σε ποινικές υποθέσεις και ενώπιον κάθε ποινικού δικαστηρίου, πλην του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού, δύναται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις κάθε δικηγόρος. Ο παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρος δύναται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των ποινικών δικαστηρίων.»

 

Άρθρο 57, παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρον 57.

 « 1. Ο Δικηγόρος υποχρεούται να διατηρή γραφείον εν τη έδρα του Συλλόγου εις ον ανήκει.»

5. Το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 57 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής:

«1.Ο δικηγόρος υποχρεούται να διατηρεί γραφείο στην έδρα του συλλόγου στον οποίο ανήκει.»

 

Άρθρο 92, παρ.1, του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρο 92.

       « 1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του,  περιλαμβάνουσαν  είτε  την όλην  διεξαγωγήν  της δίκης, είτε μέρος, ή κατ` ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης πάσης  φύσεως  νομικάς  εργασίας,  εν  ουδεμία  όμως  περιπτώσει επιτρέπεται  η  αμοιβή  να  υπολείπηται  των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.

  “Πάσα  συμφωνία  περί λήψεως μικροτέρας   αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της”.

***  Το  δεύτερο  εδάφιο της παρ. 1 το οποίο είχε προστεθεί  με την παρ.3 άρθρου 5 Ν.Δ. 4272/1962  αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 8 του Ν.1093/1980 (Α 270).»

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου  92 του Κώδικα Δικηγόρων  αντικαθίσταται ως   εξής:

  « 1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ` ιδίαν πράξεις αυτής, ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν.

Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα Δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ.1. Επίσης βάσει αυτών προσδιορίζεται η αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου υπηρεσίας επί παροχής νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν.3226/2004 (Α’24) ή επί διορισμού δικηγόρου κατά το άρθρο 200 του Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή επί αυτεπαγγέλτου διορισμού δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις.

Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα καθώς

 

και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε «ελάχιστα όρια αμοιβών», ή «ελάχιστες αμοιβές» ή «αμοιβές», νοούνται εφεξής  οι «νόμιμες αμοιβές» κατά την έννοια των προηγουμένων εδαφίων.

Από τις οριζόμενες στην Κ.Υ.Α υπ’ αριθ. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 (Β΄2422) ως υποχρεωτικές «ελάχιστες αμοιβές», εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως «νόμιμες αμοιβές» κατά την ρύθμιση των προηγουμένων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι «Παραστάσεις σε Δικαστήρια»),  οι οποίες  αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας  εκούσιας δικαιοδοσίας.

 Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, είναι δυνατή επαναρρύθμιση  των νόμιμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, με την τροποποίηση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση των διατάξεων που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια. Το Προεδρικό Διάταγμα μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την προβλεπόμενη στο προηγούμενο εδάφιο γνώμη, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης,. Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Όπου στον παρόντα Κώδικα ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμο προβλέπονται νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρούσης παραγράφου, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με το πρώτο Προεδρικό Διάταγμα  που εκδίδεται  δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως των δύο προηγουμένων εδαφίων, αυτές καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της, εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα,  αξίας επί της οποίας αυτά υπολογίζονται.

Το κατά το προηγούμενο εδάφιο  πρώτο Προεδρικό Διάταγμα εκδίδεται εντός έξι μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.»

 

   Άρθρο 95 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων:

«2. Η συμφωνία περί αμοιβής, ανεξαρτήτως εάν το αντικείμενον  της δίκης  ή  της αμοιβής  είναι  κινητόν  ή ακίνητον, αποδεικνύεται κατ` εξαίρεσιν των άρθρων 166 και 1033  του  Αστικού  Κώδικος,  διά  παντός  είδους  εγγράφων  και  δι’ επιστολών  απλών  ως  και  δι`  όρκου και ομολογίας, εφ` ων το ανάλογον τέλος επιβάλλεται κατά την καταβολήν της αμοιβής.»

 

7. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 95 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής:

«Η συμφωνία περί αμοιβής αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση με την προσκόμιση του περί αυτής εγγράφου».

 

            Άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρο 96.

 « 1. Οι διάδικοι  στις  ποινικές  υποθέσεις  ενώπιον  των δικαστηρίων  και των δικαστικών συμβουλίων κάθε βαθμού δικαιοδοσίας, ο δε κατηγορούμενος και κατά  την  απολογία  του  ενώπιον  του  τακτικού

 ανακριτή,   είναι   υποχρεωμένοι,   όταν  παρίστανται  με  δικηγόρο  ή εκπροσωπούνται  από  δικηγόρο,  να  προκαταβάλλουν  στο   Ταμείο   του Δικηγορικού  Συλλόγου  το οριζόμενο στο νόμο αντίστοιχο ποσό ελάχιστης αμοιβής για την παράσταση δικηγόρου ή και για την σύνταξη υπομνήματος.

   2.  Οι  διάδικοι  στις  πολιτικές  υποθέσεις  και  ενώπιον  τακτικών διοικητικών  δικαστηρίων  και  του  Συμβουλίου  της  Επικρατείας είναι υποχρεωμένοι σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και ενώπιον του  εισηγητή  και του  εντεταλμένου  δικαστή  να  προκαταβάλλουν  κατά  τη  συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόμενο  στο  νόμο αυτόν αντίστοιχο ποσό αμοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.

   Ειδικά  για  τις αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής,  η  αμοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρο 100 παρ. 4.

   3.  Η  υποχρεωτική  προείσπραξη  που  προβλέπεται  στις προηγούμενες  παραγράφους ισχύει για κάθε νέα συζήτηση σε  κάθε  βαθμό  δικαιοδοσίας και για τις ενδιάμεσες διαδικαστικές πράξεις που ασκούν οι διάδικοι.

   4.  Η προείσπραξη της αμοιβής που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 δεν είναι υποχρεωτική σε αιτήσεις παράτασης προθεσμιών, σε υποθέσεις που εκδικάζονται με τη διαδικασία ειρηνοδικείου και  σε  αιτήσεις  για έκδοση διαταγής πληρωμής αρμοδιότητας ειρηνοδίκου.

   5.  Από   την   υποχρέωση   προκατάβολής  της  δικηγορικής  αμοιβής απαλλάσσονται:

    α) εκείνοι που αναγνωρίζονται ως “πένητες” σύμφωνα με τα άρθρα  194 έως 204 του Κ. Πολ. Δ.,

    β) όσοι εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 175 παρ. 2 και 201 παρ. 6 αυτού του νόμου,

    γ) το ελληνικό Δημόσιο και

    δ)  οι  διάδικοι που αμείβουν το δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία.

 Στην τελευταία αυτή περίπτωση  προκαταβάλλεται  από  το  διάδικο  στον οικείο  Δικηγορικό  Σύλλογο  το  κατά  την  παρ. 8 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής. Η συνδρομή των περιπτώσεων β`. γ`  και  δ`  αποδεικνύεται  με υπεύθυνη  δήλωση  του  πληρεξούσιου  δικηγόρου, η οποία περιλαμβάνεται είτε στο έγγραφο που καταθέτει είτε σε χωριστό έγγραφο.

  “6. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων που επιβάλλουν την προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής, ο δικηγόρος που παρίσταται υποχρεούται να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής της.

  Δικηγόρος που παραβιάζει το προηγούμενο εδάφιο υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους εκατό έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από του δικηγορικού λειτουργήματος από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες.

  Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας  των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται.

  Συνυπόχρεος σε ολόκληρο για την καταβολή του ποσού που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί είναι και ο εντολέας του δικηγόρου, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο και δεν αποδείξει την καταβολή της αμοιβής στον εντολοδόχο του.  Το ποσό του προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί, καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εισπράττονται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων.  ” Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται στο τέλος κάθε μηνός να αποστέλλουν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προείσπραξης, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας”.

*** Το άνω εντός ” ” εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 13 β άρθρ.3 Ν.2479/1997 (ΦΕΚ Α 67/5-6-1997) Μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος όσοι δικηγόροι έχουν παραλείψει την κατάθεση των γραμματίων προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής υποχρεούνται να προβούν στην κατάθεση των ποσών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, διαφορετικά τα ποσά αυτά εισπράττονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων”.  *** Η παρ.6 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.11 άρθρ.5 Ν.2408/1996 (Α 104). 7.   Ο   Δικηγορικός   Σύλλογος   παρακρατεί   από  την  αμοιβή  που προεισπράττεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%), από  το  οποίο  ποσοστό δύο   τοις   εκατό   (2%)  προορίζεται  για  την  κάλυψη  των  δαπανών προείσπραξης, ποσοστό τρία τοις  εκατό  (3%)  αποδίδεται  στον  “Κλάδο

 Επικουρικής  Ασφαλίσεως”  του  Ταμείου  Νομικών και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων”.”Ειδικώς οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης παρακρατούν από την αμοιβή που προεισπράπεται ποσοστό δώδεκα τοις εκατό  (12%), από το οποίο ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) προορίζεται για τον “ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων” του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στον “Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως” του Ταμείου Νομικών και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων.

*** Το δεύτερο εδάφιο της παρ.7 προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.18 Ν.3226/2004,ΦΕΚ Α 24/4.2.2004.

***Το άρθρο 96 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 2 του Ν.1649/1986 (ΦΕΚ Α 149)

8. Το άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων,  αντικαθίσταται ως εξής:

                          «Άρθρο 96

1. Ο δικηγόρος για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, καθώς και ενώπιον δικαστών υπό την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών, και εν γένει  για την παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και την διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή εκδόσεως δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί «ποσού αναφοράς». Από το ποσοστό αυτό, ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στον “Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (Τ.Ε.Α.Δ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ) και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων του ΕΤΑΑ. Ειδικώς στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης προκαταβάλλεται ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) επί «ποσού αναφοράς», από το οποίο ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) προορίζεται για τον “ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων” του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2915/2001 (Α΄109), ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στο ΤΕΑΔ του ΕΤΑΑ και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων του ΕΤΑΑ.

Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ή ματαίωσης της δίκης, η προκαταβολή αναζητείται από το Δικηγόρο που προέβη σε αυτήν. Άλλως, η προκαταβολή ισχύει για την νέα συζήτηση.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη  της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, καθορίζεται το προβλεπόμενο στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής «ποσό αναφοράς» για κάθε διαδικαστική ενέργεια ή παράσταση του δικηγόρου, και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Η απόφαση μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ως «ποσό αναφοράς», κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διάταξης, νοείται το ποσό που ορίζεται στην Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 (Β’ 2422) για την αντίστοιχη διαδικαστική  πράξη ή παράσταση δικηγόρου.

2. Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσοστά, τα οποία είναι εφαρμοστέα επί των «ποσών αναφοράς», που ορίζονται στα τρία πρώτα εδάφια της προηγούμενης παραγράφου. Το διάταγμα αυτό μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

3. Από την υποχρέωση της προκαταβολής,  που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν:

   α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ως “πένητες” σύμφωνα με τα άρθρα  194 έως 204 του Κ. Πολ. Δ., ή ως δικαιούχοι νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν.3326/2004.

 β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 175 παρ. 2 και 201 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα,

             γ)  το Ελληνικό Δημόσιο και

 δ) διαδίκους που αμείβουν το δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία.  Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1,  βαρύνει τον διάδικο, για την καταβολή όμως του ποσού αυτής ευθύνεται εις ολόκληρον και ο δικηγόρος.

Η συνδρομή των περιπτώσεων β`, γ` και  δ`  αποδεικνύεται  με υπεύθυνη       δήλωση  του  πληρεξούσιου  δικηγόρου.

4. Αναφορικά με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως προκαταβολής της παραγράφου 1, ο δικηγόρος που  παρίσταται υποχρεούται να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής του ποσού αυτής.

Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1, υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται.

Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί, καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εισπράττονται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται στο τέλος κάθε μηνός να αποστέλλουν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση,  την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας».

 

 

        Άρθρο 96Α του Κώδικα Δικηγόρων:

                   « Άρθρο 96Α.

   1. Από τις αμοιβές που προεισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις  του  προηγούμενου  άρθρου,  κάθε  Δικηγορικός Σύλλογος έχει δικαίωμα να παρακρατεί, πέρα από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 8  του προηγούμενου   άρθρου,   ποσοστό,  που  θα  περιέρχεται,  μαζί  με  τα παρακρατούμενα ποσοστά αμοιβών που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 161 του νόμου αυτού και στα άρθρα  9  και  10  του  ν.  1093/1980,  σε ιδιαίτερο  λογαριασμό  για να διανέμονται μεταξύ μελών του Δικηγορικού Συλλόγου.»

9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 96Α του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Επί υπάρξεως σε Δικηγορικό Σύλλογο ιδιαίτερου διανεμητικού λογαριασμού, το κατά το επόμενο εδάφιο της παραγράφου αυτής οριζόμενο ποσοστό, ως πόρος του λογαριασμού τούτου, υπολογίζεται επί «ποσού αναφοράς», κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, που εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλόγως, προκαταβάλλεται δε μαζί με το προκαταβαλλόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου ποσοστό.»

Άρθρα 160 και 161 του Κώδικα Δικηγόρων

«Άρθρο 160.

 “Δια την εξέλεγξιν τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την περί ταύτης σύνταξιν σχετικής εκθέσεως, εάν μεν επακολουθήση η κατά το άρθρον 161 σύνταξις υπό του δικηγόρου εγγράφου ή σχεδίου ή οφειλομένη εις τούτον αμοιβή ορίζεται εις 1 1/2% επί του ποσού της αξίας του ακινήτου. Εις την αμοιβήν ταύτην περιλαμβάνεται και η υπό του άρθρου 161 προβλεπομένη αμοιβή. Εάν δεν επακολουθήση σύνταξις εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλομένη εις τον δικηγόρον αμοιβή ορίζεται εις το 1/3 της κατά τα άνω οριζομένης”.

     ***Το άρθρο 160 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 24 του

               Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

                                Άρθρο 161.

  “1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημόσιων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους ορίζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της: α) για το ποσό μέχρι δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δρχ. ή 44.020,5429 ευρώ σε ποσοστό 1% β) για το ποσό από δεκαπέντε εκατομμύρια και μία (15.000..001) δρχ. ή 44.020,5458 ευρώ και μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δρχ. ή 1.467.351,4306 ευρώ σε ποσοστό 0,5%, γ) για το ποσό από πεντακόσια εκατομμύρια και μία (500.000.001) δρχ. ή 1.467.351,4336 ευρώ μέχρι ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) δρχ. ή 2.934.702.,8613 ευρώ σε ποσοστό 0,4 %, δ) για το ποσό από 1 δισεκατομμύριο και μία (1.000.000.001) δρχ. ή 2.934.702, 8642 ευρώ μέχρι δύο δισεκατομμύρια (2.000.000.000) δρχ. ή 5.869.405,7226 ευρώ σε ποσοστό 0,3%,  ε) για το ποσό από δύο δισεκατομμύρια και μία (2.000.000.001) δρχ. ή 5.869.405,7256 ευρώ μέχρι πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) δρχ. ή 14.673.514,3066 ευρώ σε ποσοστό 0,2 %,

στ) για το ποσό από πέντε δισεκατομμύρια και μία (5.000.000.001) δρχ. ή 14.673.514,3096 ευρώ μέχρι δέκα δισεκατομμύρια (10.000.000.000) δρχ. ή 29.347.028,6133 ευρώ σε ποσοστό 0,1 %,

  ζ) για το ποσό από δέκα δισεκατομμύρια και μία (10.000.000.001) δρχ. ή 29.347.028,6162 ευρώ μέχρι είκοσι δισεκατομμύρια (20.000.000.000) δρχ. ή 58.694.057,2267 ευρώ σε ποσοστό 0,05% κα η) για το ποσό πέραν των είκοσι δισεκατομμυρίων και μιας (20.000.000.001) δρχ. ή 58.694.057,2296 ευρώ σε ποσοστό 0,01%.”

*** Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.2 άρθρ.37 Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 109/29.5.2001. Με την παρ.3 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι:

 ” 3. Τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 και τα ποσοστά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η επόμενη αναπροσαρμογή δεν μπορεί να γίνει πριν από την 1.1.2003″.

      2. Επί δικαιοπραξίας, ης το αντικείμενον είναι περιοδικαί παροχαί   ή πρόσοδοι απροσδιορίστου  χρόνου,  το  ελάχιστον  όριον  της  αμοιβής κανονίζεται  κατά  τα ανωτέρω επί τη βάσει του διπλασίου της ενιαυσίας  παροχής ή προσόδου.

  3. Επί δικαιοπραξίας,  ης  το  αντικείμενον  δεν  συνιστάται  εις ωρισμένην   χρηματικήν   ποσότητα,  το  ελάχιστον  όριον  της  αμοιβής κανονίζεται κατά τα ανωτέρω επί τη βάσει  της  πραγματικής  αξίας  του αντικειμένου τούτου.

  4.   Επί   δικαιοπραξίας   ης   το   αντικείμενον   είναι   φύσει  απροσδιορίστου αξίας, το κατώτατον  όριον ορίζεται εις δραχ. 150.

  5. Επί δικαιοπραξίας επί πλειόνων  αντικειμένων  το  όριον  τούτο κανονίζεται  κατά  τα  ανωτέρω  επί  τη  βάσει της αξίας, ην εν συνόλω  έχουσι τα αντικείμενα ταύτα.

 “6. Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον, ο οποίος εκδίδει τριπλότυπον απόδειξιν. Εν των αντιτύπων της αποδείξεως προσαρτάται υπο του συμβολαιογράφου εις το συμβόλαιον επί πειθαρχική ποινή τούτου. Η υπό του Δικηγορικού Συλλόγου προεισπραττομένη αμοιβή αποδίδεται εις τον δικαιούχον δικηγόρον μετά παρέλευσιν 15 τουλάχιστον ημερών.

  7. Εκ της κατά της προηγουμένης παράγραφον προκαταβαλλομένης αμοιβής,

 δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήση ποσοστόν ταύτης, οριζόμενον δι`αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετ`απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των 2/3  των μελών αυτού και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

  Δια της αυτής ή ετέρας Υπουργικής Αποφάσεως κατά τον αυτόν τρόπον εκδιδομένης, καθορίζονται τα της συστάσεως ιδίου Λογαριασμού δια την συγκέντρωσιν των παρακρατουμένων ποσοστών, τα της διανομής αυτών εις τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια”.

 ***Οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 161 προστέθηκαν με το άρθρο 25  παρ. 2 του άρθρου 25 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

 *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Κατά το άρθρο 9 του Ν.1093/1980,όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 22 του Ν.1868/1989 η διατάξη της παρ.7 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται  και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδος και αναγνωρίσεως δικαιούχων.Βλ  και λοιπές διατάξεις του αυτού άρθρου  9 Ν.1093/1980 ως προς τον καθορισμό της αμοιβής ,παρακράτησης κλπ.

     “8. Της κατά την παράγραφον 6  υποχρεώσεως  προκαταβολής  εις  τον οικείον  Δικηγορικόν  Σύλλογον της δικηγορικής αμοιβής απαλλάσσονται :

 α) οι συμβαλλόμενοι οι εμπίπτοντες εις τας διατάξεις  των  άρθρων  175 παράγρ.  2  και 201 παράγρ. 6 του παρόντος νόμου, β) συμβαλλόμενου των οποίων αι υποθέσεις διεξάγονται δια δικηγόρων αμειβομένων  διά  παγίας αντιμισθίας, εφ` όσον ούτοι έχουν προσληφθή εξ μήνας προ της υπογραφής του  οικείου  συμβολαιογραφικού  εγγράφου.  Η συνδρομή  των  ως  άνω περιπτώσεων  αποδεικνύεται  δι`  εγγράφου   υπευθύνου   δηλώσεως   του παρισταμένου  δικηγόρου, θεωρουμένης της υπογραφής του υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και επισυναπτομένης εις το πρωτότυπον του  συμβολαιογραφικού εγγράφου”.

“Στην πιο πάνω όμως περίπτωση με στοιχείο β` προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το κατά την παράγραφο 7 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής.”

** Η παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 950/1979 (Α 165).

*** Το τελευταίο εδάφιο της παρ.8 προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.18

    Ν.3226/2004,ΦΕΚ Α 24/4.2.2004.

10.Τα άρθρα 160 και 161 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής:

«     Άρθρο 160

Για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την σύνταξη της σχετικής έκθεσης,                   η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92.

 

                       Άρθρο 161

 

1.      Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92.

2.     Με κοινή απόφαση των  Υπουργών Οικονομικών και  Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται  μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου,  η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να  συστήνεται ιδιαίτερος λογαριασμός για την συγκέντρωση καταβαλλομένων ποσών  (υποχρεωτικών εισφορών) από δικηγόρους επί διενεργείας οριζομένων εξώδικων ή δικαστικών εργασιών και να ρυθμίζονται τα αναγκαία ζητήματα για τη συγκέντρωση των καταβαλλομένων ποσών, τη διανομή τους στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την λειτουργία του λογαριασμού. Με όμοια απόφαση, εκδιδόμενη κατά την ίδια διαδικασία,  οι δικηγόροι που προβαίνουν  στις νομικές εργασίες της προηγούμενης παραγράφου ή σε άλλες οριζόμενες νομικές εργασίες, μπορεί να υποχρεούνται σε προκαταβολή εισφοράς προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο συγκεκριμένου ποσοστού, επί «ποσού αναφοράς» ή επί «ποσοστού αναφοράς» το οποίο υπολογίζεται επί  της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας.

Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο. Η παράλειψη προσαρτήσεως συνιστά πειθαρχικό αδίκημα του συμβολαιογράφου.

3.     Τα «ποσά» ή τα «ποσοστά αναφοράς»,  με βάση τα οποία υπολογίζονται ποσοστιαίως οι προκαταβολές των δικηγόρων προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Με όμοια απόφαση τα ποσά και τα ποσοστά αυτά αναπροσαρμόζονται. Η απόφαση, κατά τα δύο προηγούμενα εδάφια, μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

4.     Μέχρι την έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως κατά το πρώτο εδάφιο της προηγουμένης παραγράφου, το «ποσοστό αναφοράς» επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστιαίως το ποσό που ο δικηγόρος  υποχρεούται να προκαταβάλλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με την  παράγραφο 2, ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας ως εξής:

α) για το ποσό μέχρι 44.000 ευρώ, «ποσοστό αναφορά»ς 1%,

β) για το ποσό από 44.001 ευρώ και μέχρι 1.467.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,5%,

γ) για το ποσό από 1.467.001 ευρώ μέχρι 2.935.000 ευρώ, ποσοστό αναφοράς 0,4%,

δ) για το ποσό από 2.935.001 ευρώ μέχρι 5.810.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,3%,

ε) για το ποσό από 5.810.001 ευρώ, μέχρι 14.673.500 «ποσοστό αναφοράς» 0,2%. 

στ) για το ποσό από 14.673.501 ευρώ μέχρι 29.347.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,1%

ζ) για το ποσό από 29.347.001 μέχρι 58.694.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,05% και

η) για το ποσό πέραν των 58.694.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,01%

θ) Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο είναι περιοδικές παροχές ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το «ποσοστό αναφοράς» προσδιορίζεται σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, βάσει του διπλασίου της ετήσιας παροχής ή προσόδου.

5.     Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της.

Για δικαιοπραξία επί περισσοτέρων αντικειμένων, η αξία προσδιορίζεται       σύμφωνα με την παράγραφο 4, βάσει της αξίας την οποία έχουν συνολικά τα αντικείμενά της.

Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο είναι από τη φύση του   απροσδιόριστης αξίας, ληπτέο υπόψη ως «ποσό αναφοράς», είναι  το ποσό των 100 ευρώ.

6.     Από την υποχρέωση προκαταβολής εισφοράς προς τον  Δικηγορικό Σύλλογο κατά την παράγραφο 2,  απαλλάσσονται οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούν  συμβαλλόμενους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 175 παράγραφος 2 και 201 παράγραφος 6 του παρόντος κώδικα.»

   

11. Οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’  εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την προηγούμενη παράγραφο, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 161, όπως τούτο αντικαθίσταται με την προηγούμενη παράγραφο. 

 

Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 175 του Κώδικα Δικηγόρων:

« Άρθρο 175.

      1.  Ο Δικηγόρος δεν δύναται να παράσχη τας υπηρεσίας αυτού δωρεάν ή επί αμοιβή ελάσσονι της υπό του παρόντος νόμου κεκανονισμένης.

  “2. Εξαιρετικώς, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τους περιορισμούς της παραγράφου 1, προς σύζυγο ή προς συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και προς δικηγόρο ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον

πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση, οι οποίοι όμως προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.”

*** Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 16 παρ.8  Ν.3472/2006,ΦΕΚ Α 135/4.7.2006.

 

12. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 175, του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Ο Δικηγόρος δεν δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες του δωρεάν.

2. Εξαιρετικώς, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 1, προς σύζυγο ή προς συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και προς δικηγόρο ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση, οι οποίοι όμως προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.»

 

Το άρθρο 176 του Κώδικα Δικηγόρων:

“ Άρθρο 176.

      Δι`  εργασίας ή πράξεις ή απασχολήσεις του Δικηγόρου δικαστικάς ή εξωδίκους, περί της αμοιβής  των  οποίων  δεν  προνοούσιν  ειδικώς  τα προηγούμενα  άρθρα,  η αμοιβή αυτού, εν ελλείψει συμφωνίας κανονίζεται

 κατ` ανάλογον εφαρμογήν των διατάξεων του Κώδικος.

 

13. Στο άρθρο 176 του Κώδικα Δικηγόρων οι λέξεις «ή εξωδίκους» διαγράφονται.

 

Η παρ. 1 του άρθρου 178 του Κώδικα Δικηγόρων:

« Άρθρο 178.

       1. Οι Πρόεδροι και τα Δικαστήρια εν  τη  επιδικάσει  δικηγορικών αμοιβών, δικαστικών εξόδων και τελών, ως και εν τη εκκαθαρίσει πινάκων Δικηγορικών αμοιβών, υποχρεούνται να εφαρμόζωσι τας περί ορίων αμοιβών διατάξεις  του  Κώδικος  τούτου, μη δικαιουμένοι να περιορίζωσι ταύτας κάτω των ελαχίστων ορίων αμοιβών, έτι δε  υποχρεούνται  να  λαμβάνωσιν υπ`  όψει  και  τον υπό των διαδίκων υποχρεωτικώς παρατιθέμενον κάτωθι των προτάσεων πίνακα των γενομένων εξόδων και των καταβλητέων αμοιβών.

14. Το πρώτο εδάφιο της  παραγράφου 1 του άρθρου 178 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται με δύο εδάφια, ως εξής:

« 1. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα Δικαστήρια κατά την επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση κατά την οποία δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας  περί αμοιβής μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του ή αντιπροσώπου αυτού, εφαρμόζουν τις περί νομίμων αμοιβών διατάξεις του Κώδικα τούτου. Προς τούτο λαμβάνουν υπόψη τον πίνακα των γενομένων εξόδων και των καταβλητέων αμοιβών που παρατίθεται υποχρεωτικά από τους διαδίκους κάτω από τις προτάσεις τους.»

 

 

 

 

 

 

 

Οι παράγραφοι 2 έως και 7 του άρθρου 7 του ν. 2753/1999 έχουν ως εξής:

  «2. Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη συμπραξή τους σε  εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για  κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα του καθορίζεται το μήνα  Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Oικονομικών και  Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Kυβερνήσεως ύστερα από γνώμη της  Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας

ελάχιστη αμοιβή,  ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας. H απόφαση αυτή μπορεί να  εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων  της χώρας, αν

παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Yπουργείου Δικαιοσύνης.

  3. H ελάχιστη αμοιβή που προβλέπεται από την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου,  προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτιο. Oι  δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με  συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που  αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο.

Εξαιρούνται από αυτήν την υποχρέωση παρακράτηση φόρου:

α) Oι αμοιβές για παραστάσεις καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν  δικηγόροι οι οποίοι συνδέονται με τον εντολέα τους με σύμβαση έμμισθης εντολής και  αμείβονται με πάγια αντιμισθία.

  β) Oι αμοιβές στις περιπτώσεις των εργατικών και αυτοκινητικών υποθέσεων, όπου ο  δικηγόρος αμείβεται με εργολαβικό συμβόλαιο, εφόσον υποβάλλει αντίγραφο του  συμβολαίου αυτού στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. Το Δημόσιο, τα νομικά  πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας, οι  οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υποχρεούνται  να παρακρατούν φόρο εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της  αμοιβής του δικηγόρου.

  4. Ομοίως, παρακρατείται φόρος εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%)  επί οποιουδήποτε ποσού εισπράττει ως μέρισμα ο δικηγόρος από το δικηγορικό σύλλογο ή από ταμείο συνεργασίας ή διανεμητικό λογαριασμό οποιουδήποτε ποσού νομικής μορφής.

  5. Αν ο εντολέας για υποθέσεις που αναθέτει σε δικηγόρο υποχρεούται κατά νόμο να προβεί  σε παρακράτηση φόρου, οι διατάξεις του άρθρου 58 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται μετά  την αφαίρεση της ελάχιστης αμοιβής που αναγράφεται στο οικείο γραμμάτιο είσπραξης από  το ακαθάριστο ποσό που δικαιούται ο δικηγόρος.

  6. Για την απόδοση του φόρου που παρακρατήθηκε από τους δικηγορικούς συλλόγους  εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 59 του ν.2238/1994 και την ευθύνη για την  απόδοση αυτή φέρει ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Για την απόδοση του  φόρου που παρακρατήθηκε από τους υπόχρεους της περίπτωσης β της παραγράφου 3 του

παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 2238/1994. Μαζί  με την οικεία δήλωση απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου του προηγούμενου εδαφίου  γνωστοποιείται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία και αντίγραφο της απόφασης  του δικαστηρίου.

  7. Με αποφάσεις των Υπουργών Oικονομικών και Δικαιοσύνης, κοινές κατά περίπτωση,  ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των

διατάξεων των προηγούμενων  παραγράφων 2 έως και 6.»

 

15. Οι παράγραφοι 2 έως και 7 του άρθρου 7 του ν. 2753/1999 (Α’ 249) καταργούνται.       

  16. Με Π.Δ. που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, διενεργείται κάθε αναγκαία προσαρμογή στις διατάξεις  του παρόντος νόμου των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων καθώς και οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που αφορά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

 

 

Άρθρο 6

Δικηγορικές εταιρείες

 

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
 

       Το άρθρο 1 του Π.Δ. 81/2005 έχει ως εξής:

                       « Άρθρο 1

     Ίδρυση εταιρειών μεταξύ δικηγόρων

1.Δύο ή περισσότεροι δικηγόροι μέλη του ίδιου δικηγορικού συλλόγου μπορούν να συστήσουν

«Αστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρία» με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών  σε τρίτους και τη διανομή των συνολικών καθαρών αμοιβών που θα προκύψουν από τα δραστηριότητά τους αυτή.

Δικηγόρος ή δικηγόροι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών μπορούν να συστήσουν δικηγορική εταιρία κατά τα ανωτέρω με δικηγόρο ή δικηγόρους μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

Η δικηγορική εταιρία δύναται να ιδρύει υποκαταστήματα εντός της πρωτοδικειακής περιφερείας της έδρας της.

2.Η δικηγορική εταιρία που έχει ως έδρα της την Αθήνα μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα στον Πειραιά και αντιστρόφως.

Επίσης να ιδρύει υποκαταστήματα στην αλλοδαπή σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ε.Ε. και της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους υποδοχής.

3.Σε κάθε δικηγορικό σύλλογο της χώρας ο συνολικός αριθμός των δικηγορικών εταιριών και των δικηγόρων που ασκούν μόνοι τους ελεύθερη δικηγορία απαγορεύεται να περιοριστεί με σύσταση εταιριών κάτω από το συνολικό αριθμό επτά (7).»

1.    To άρθρο 1 του Π.Δ. 81/2005 (Α’ 120) αντικαθίσταται ως εξής:

 

                           «Άρθρο 1

         Ίδρυση εταιρείας μεταξύ δικηγόρων 

 

1.     «Δύο ή περισσότεροι δικηγόροι, μέλη του ίδιου  ή διαφορετικών δικηγορικών συλλόγων,  μπορούν να συστήσουν

 «Αστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρία», με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών  σε τρίτους και τη διανομή των συνολικών καθαρών αμοιβών, που θα προκύψουν από τη δραστηριότητά τους αυτή.

Ως έδρα  της εταιρίας ορίζεται η έδρα του πρωτοδικείου μιας εκ των πρωτοδικειακών περιφερειών, όπου ανήκουν αντιστοίχως  δικηγορικοί σύλλογοι, στους οποίους είναι εγγεγραμμένα μέλη της εταιρίας. 

 

2.     Η δικηγορική εταιρία δύναται να          ιδρύει υποκαταστήματα

 

στην αλλοδαπή σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ε.Ε. και της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους υποδοχής.

3.  Σε κάθε δικηγορικό σύλλογο της χώρας, ο συνολικός αριθμός των δικηγορικών εταιριών, οι οποίες έχουν την έδρα τους στην πρωτοδικειακή του περιφέρεια, καθώς και των δικηγόρων που ασκούν μόνοι τους ελεύθερη δικηγορία απαγορεύεται να περιοριστεί με σύσταση εταιριών κάτω από το συνολικό αριθμό επτά (7).»

 

 

 

 

 

 

             Άρθρο 4 παρ. 2 του Π.Δ.. 81/2005:

 

«2. Η έγκριση του καταστατικού και των τροποποιήσεων αυτού γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου που ελέγχει αν οι διατάξεις του καταστατικού συμφωνούν με τις διατάξεις του νόμου και τη δικηγορική δεοντολογία.»

 

2.    Η παράγραφος 2 του άρθρου  4 του Π.Δ. 81/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η έγκριση του καταστατικού και των τροποποιήσεων αυτού γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου της έδρας της εταιρίας, που ελέγχει αν οι διατάξεις του καταστατικού συμφωνούν με τις διατάξεις του νόμου. Αν παρέλθει άπρακτο διάστημα μηνός από την υποβολή προς έγκριση του καταστατικού ή τροποποιήσεως αυτού, η έγκριση λογίζεται παρασχεθείσα».

 

Άρθρο 4 παρ. 4 του Π.Δ. 81/2005:

Η απόφαση της δικηγορικής εταιρίας για ίδρυση υποκαταστήματος υποβάλλεται για έγκριση στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας της εταιρίας. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Η εγκριτική απόφαση γνωστοποιείται στο Δ.Σ. του υποκαταστήματος με μέριμνα του Δ.Σ. της έδρας.

 

3.Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του Π.Δ. 81/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Η απόφαση της δικηγορικής εταιρίας για ίδρυση υποκαταστήματος γνωστοποιείται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήψη της, στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας της εταιρίας. Η ίδρυση υποκαταστήματος καταχωρείται στα βιβλία εταιριών του δικηγορικού συλλόγου της έδρας της εταιρίας.»

 

 

 

 

 

  4.Όπου στο Π.Δ. 81/2005 χρησιμοποιείται ο όρος «οικείος δικηγορικός σύλλογος», νοείται ο «δικηγορικός σύλλογος της έδρας της εταιρείας.».

 

 

 

Άρθρο 7

Μηχανικοί

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
                   

 

1.      α) Η αμοιβή των  μηχανικών, για την μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Π.Δ. 696/1974 (Α΄301), καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων.  Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν τον χαρακτήρα. Τα ανωτέρω ισχύουν αντιστοίχως και ως προς κάθε οριζόμενη από οποιαδήποτε διάταξη νόμου ως υποχρεωτικώς ελάχιστη αμοιβή για  εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 59 του Ν.Δ. της 17.7/16-8-1923, όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 10 του άρθρου αυτού.

β) Η συνομολόγηση από μηχανικό σύμβασης με ασυνήθιστα χαμηλή αμοιβή, κατά την έννοια του άρθρου 52 του ΠΔ 60/2007 (Α΄64), που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Το ΔΣ του ΤΕΕ, όταν περιέρχεται στην αντίληψή του περίπτωση συνομολογήσεως από μηχανικό σύμβασης, της οποίας η αμοιβή φαίνεται  ασυνήθιστα χαμηλή, τον καλεί εγγράφως να δικαιολογήσει το ύψος της, ζητώντας τις διευκρινίσεις που κρίνει σκόπιμες. Εφόσον οι εξηγήσεις του ενδιαφερομένου δεν κριθούν ικανοποιητικές, το ΔΣ του ΤΕΕ ασκεί την πειθαρχική δίωξη κατά τις κείμενες διατάξεις.

2.      Η σχετική σύμβαση, η οποία πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ΒΔ της 30/31.5.1956 (Α΄134), κατατίθεται  από τον μηχανικό στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ). Μετά την περαίωση της μελέτης, ο μηχανικός γνωστοποιεί στο ΤΕΕ τα προκύπτοντα από αυτήν στοιχεία, με βάση τα οποία υπολογίζει και καταβάλλει στο ΤΕΕ τις εισφορές και τα λοιπά δικαιώματα, όπως αυτά προβλέπονται στην νομοθεσία, είτε ως παρακρατούμενα από την αμοιβή του μηχανικού, που επεβάλλετο κατά το άρθρο 2 του Β.Δ. της 30/31.5.1956 να κατατίθεται στο ΤΕΕ, είτε ως καταβαλλόμενα στο ΤΕΕ ως δικαιούχο ή προς απόδοση σε τρίτους δικαιούχους. Το ΤΕΕ, μετά από επαλήθευση των στοιχείων και του βάσει αυτών γενόμενου υπολογισμού των εισφορών, τον οποίο οριστικοποιεί,   αποδίδει στους νόμιμους δικαιούχους τις καταβαλλόμενες σε αυτό εισφορές και δικαιώματα, πέραν εκείνων που προορίζονται γι’ αυτό.

3.  Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων ισχύουν αντιστοίχως και ως προς τον επιβλέποντα μηχανικό για τις εργασίες επίβλεψης καθώς και τον αναλαμβάνοντα τη διοίκηση έργου.

4.  Οι νόμιμες εισφορές υπέρ του ΤΕΕ, υπέρ ασφαλιστικών ταμείων και λογαριασμών καθώς και οι λοιπές εισφορές και δικαιώματα που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία ότι υπολογίζονται επί της αμοιβής των μηχανικών, υπολογίζονται εφεξής επί της συμβατικής αμοιβής εφ’  όσον αυτή είναι μεγαλύτερη της νόμιμης αμοιβής κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 696/1974 όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 8, άλλως υπολογίζονται επί της νόμιμης αμοιβής.

Στις περιπτώσεις που οι ως άνω εισφορές προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία ότι υπολογίζονται επί της υποχρεωτικώς ελάχιστης αμοιβής, υπολογίζονται εφεξής επί της νομίμου αμοιβής.

5.  Οι αναφερόμενες στο Π.Δ. 696/1974 «ελάχιστες αμοιβές» ή «αμοιβές» νοούνται εφεξής ως νόμιμες αμοιβές κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ιδίου διατάγματος όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 8 και, πέραν της λήψεως υπόψη για τον υπολογισμό νομίμων εισφορών και δικαιωμάτων από το ΤΕΕ κατά την προηγούμενη παράγραφο, λαμβάνονται επίσης υπόψη από τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση διαφορών από αμοιβές μηχανικών για την παροχή εργασίας σύμφωνα με τα άρθρα 677 έως 681 του Κ.Πολ.Δ., όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αυτών.

  6.    Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός  που αναφέρεται στο άρθρο 3 του Π.Δ 696/1974, εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τις τιμές μονάδος που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατόπιν γνώμης του ΤΕΕ, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων (άρθρο 41 του Ν. 1249/1982 (Α΄43), όπως κάθε φορά ισχύει.»
Παράγραφος 6 του άρθρου 3 του Π.Δ. 696/1974:

«6. Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τιμές μονάδος που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από το αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, (άρθρ. 41 του Νομ. 1249/1982 ΦΕΚ 43, όπως κάθε φορά ισχύει).»

 

7.    Η παράγραφος 6 του άρθρου 3 του Π.Δ. 696/1974 διαγράφεται.

 

Άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974

  «1. Αι δια του παρόντος καθοριζόμεναι αμοιβαί αποτελούν τα υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως δια την εκπόνησιν μελετών και διενέργειαν επιβλέψεων – παραλαβών και εκτιμήσεων

Συγκοινωνιακών, Υδραυλικών και Κτιριακών Εργων ως και Τοπογραφικών, Κτηματογραφικών και Χαρτογραφικών Εργασιών, κατά τας κατωτέρω κατηγορίας ή διακρίσεις αυτών.»

 

8.    Η  παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 696/1974, αντικαθίσταται ως εξής:

« 1. Οι καθοριζόμενες με το διάταγμα αυτό αμοιβές αποτελούν τις νόμιμες αμοιβές, οι οποίες ισχύουν για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής, για την εκπόνηση μελετών και την διενέργεια επιβλέψεων- παραλαβών και εκτιμήσεων  Συγκοινωνιακών, Υδραυλικών και Κτιριακών Έργων ως και Τοπογραφικών Κτηματογραφικών και Χαρτογραφικών Εργασιών, κατά τις κατωτέρω κατηγορίες ή διακρίσεις αυτών.»

 

 

Πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του Π.Δ. 696/1974:

«7. Προκειμένου για την αμοιβή μελέτης ή επίβλεψης αυτού ή εκτελέσεως άλλης εργασίας μηχανικού, για τα ιδιωτικά έργα καθορίζεται ότι η καταβαλλόμενη αμοιβή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ποσό των 5.000 δραχμ. Το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται εκάστοτε για το συντελεστή  της παρ. 2 του άρθρ. 4.»

9.    Το πρώτο και το  δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7  του άρθρου 3 του Π.Δ. 696/1974, διαγράφονται.
Άρθρο 59 του από 17.7/16.8.1923 Ν.Δ.

  «1.  Δια Β.Δ/των. εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, κανονίζεται  η  δι` εκάστην περίπτωσιν πληρωτέα υπό των εργοδοτών αμοιβή εις τους μηχανικούς εν γένει και αρχιτέκτονας τους εκπονούντας μελέτας οιωνδήποτε έργων και τους αναλαμβάνοντας την εφαρμογήν των μελετών και την εποπτείαν εκτελέσεως  των έργων τούτων.  ” Μεταξύ των έργων αυτών συμπεριλαμβάνονται και όλα τα προβλεπόμενα απο το παρόν διάταγμα. Σε αυτά περιλαμβάνονται  επίσης οι τοπογραφικές και οι κτηματογραφικές εργασίες, που αναφέρονται στο άρθρο 57, καθώς και οι χωροταξικές, ρυθμιστικές, πολεοδομικές και  περιβαλλοντικές μελέτες.”***Το εντός ” ” τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.11 Του άρθρου 3 του Ν.2242/1994 (Α 162) 2.  Η κατά την προηγούμενην παράγραφον οριζομένη αμοιβή αποτελεί υποχρεωτικήν διατίμησιν δι` αμφότερα τα συμβαλλόμενα  μέρη, εφ` όσον ταύτα δι` ιδιαιτέρας μεταξύ των εγγράφου συμφωνίας δεν εκανόνισαν άλλως τα της αμοιβής ταύτης. ***Παρατήρηση:Σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν.Δ. 2726/1953, ΦΕΚ Α 325: “Ο κατά το άρθρον 59 παρ. 1 του από 17.7/16.8.1923 Ν.Δ. κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και  αρχιτεκτόνων, εφαρμόζεται   δι`   όλας   τας   ειδικότητας   των    μηχανικών – μελών   του   Τεχνικού Επιμελητηρίου   της  Ελλάδος   διπλωματούχων   Ανωτάτων Σχολών,καθώς και δια τους βάσει ειδικών διατάξεων νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω ή εν μέρει. Τα ως άνω  ελάχιστα   όρια    αμοιβών   αποτελούν   κατωτέραν διατίμησιν  υποχρεωτικήν  δι` αμφότερα τα  συμβαλλόμενα μέρη καταργουμένης κατά τα λοιπά της παρ. 2 του  ως άνω άρθρου”.

10.  Το άρθρο 59 του από 17.7/16.8.1923 ΝΔ (Α΄228) αντικαθίσταται ως εξής:

                     «Άρθρο 59

Με Π.Δ. που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων,  μετά γνώμη της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ρυθμίζονται οι νόμιμες αμοιβές, που ισχύουν για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής,  των  διπλωματούχων ανώτατων σχολών μηχανικών γενικά και αρχιτεκτόνων, μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καθώς και  αυτών που ασκούν τα επαγγέλματα αυτά, βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, εν όλω ή εν μέρει, που εκπονούν μελέτες οποιωνδήποτε έργων και  αυτών που αναλαμβάνουν την εφαρμογή των μελετών και την επίβλεψη της εκτέλεσης των έργων αυτών. Μεταξύ των ως άνω έργων περιλαμβάνονται επίσης οι τοπογραφικές και κτηματογραφικές εργασίες καθώς και οι χωροταξικές, ρυθμιστικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές μελέτες.

Ο παραπάνω κανονισμός των αμοιβών αναφέρεται στη μελέτη, επίβλεψη, εποπτεία ή έλεγχο και παραλαβή κάθε είδους έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και σε κάθε είδους τεχνικές γενικά εργασίες και υπηρεσίες, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνες κ.τ.λ. ή αμοιβές που καταβάλλονται σε αυτούς που μετέχουν σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και στους κριτές αυτών.»

 

Παρ.1 και 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 2726/1953:

« 1. Ο κατά το άρθρον 59 παράγραφος 1 του από 17.7/16.8.1923 Ν. Δ.  “περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και  οικοδομής  αυτών”  κανονισμός  των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει   και  αρχιτεκτόνων,  εφαρμόζεται   δι`   όλας   τας   ειδικότητας   των μηχανικών-μελών  του  Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος διπλωματούχων  Ανωτάτων Σχολών,καθώς και  διά  τους  βάσει  ειδικών  διατάξεων  νόμων  ασκούντας  τα  επαγγέλματα ταύτα εν όλω ή εν μέρει. Τα ως άνω ελάχιστα  όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέραν διατίμησιν υποχρεωτικήν δι`  αμφότερα  τα  συμβαλλόμενα μέρη καταργουμένης κατά τα λοιπά της παραγράφου 2 του  ως άνω άρθρου.                                           2. Ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις  την  μελέτην, εφαρμογή,  επίβλεψιν, εποπτείαν  ή  έλεγχον και παραλαβήν πάσης φύσεως  έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και εις πάσης φύσεως  τεχνικάς  εν  γένει  εργασίας  και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις,  πραγματογνωμοσύνας κλπ. ή αμοιβάς καταβαλλομένας εις  τους  μετέχοντας   αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτάς τούτων.»                  

 

11. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953 (Α΄325) καταργούνται.

 

          Παρ.4 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953:

«4. Εκ της ως άνω αμοιβής μελέτης παρακρατείται υπό  του  Τ.Ε.Ε. ποσοστόν  8%,  όπερ  διατίθεται  διά  την  εθελουσίαν  έξοδον  εκ  του επαγγέλματος των μη διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών  και  βάσει  ειδικών διατάξεων  νόμου αποδεδειγμένως ασκούντων ως άνω το τεχνικόν επάγγελμα και εγγεγραμμένους εις τα οικεία μητρώα,  κατά  τα  οριζόμενα  διά  Β. Διατάγματος,  εκδιδομένου  προτάσει  του Υπουργού Δημοσίων Εργων, μετά  γνώμην του Συμβουλίου Δημοσίων Εργων και πρότασιν του Τ.Ε.Ε.  Ποσοστόν  μέχρι 2% κρατείται επίσης υπό του Τ.Ε.Ε. διά τας πάσης φύσεως σχετικάς δαπάνας  αυτού.  Το υπόλοιπον της αμοιβής της μελέτης καταβάλλεται, εν όλω ή τμηματικώς, προς τον δικαιούχον υπό του Τ.Ε.Ε. ή του υπό  τούτου  εξουσιοδοτουμένου,  μετά  την υπό της Αρχής έγκρισιν της μελέτης, κατά τα ορισθησόμενα διά Β. Διατάγματος, ομοίως εκδιδομένου.                   

 “Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης κατάθεσης των αμοιβών μελετών ή επιβλέψεων από τον εργοδότη μπορεί και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη της οφειλόμενης αμοιβής, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέλους του Τ.Ε.Ε. ή της εταιρείας εκπονήσεως τεχνικών μελετών ή των εκάστοτε  συνιστώμενων γραφείων ή συμπραττόντων γραφείων εκπονήσεως τεχνικών μελετών, στην οποία θα προσδιορίζεται και το σύνολο της δικαιούμενης αμοιβής”. ***Το εντός ” ” εδάφιο προστέθηκε με την παρ.3 του άρθρου 15 του Ν.2308/1995 (Α 114)

12   α) Επί της συμβατικώς συνομολογουμένης ή της νομίμου αμοιβής κατά τις διακρίσεις της παρ. 4, καταβάλλεται από τον μηχανικό υπέρ του ΤΕΕ ποσοστό 2% για τις πάσης φύσεως δαπάνες αυτού. Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής των αμοιβών μελετών ή επιβλέψεων από εργοδότη, μπορεί και το Τ.Ε.Ε. να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη της οφειλόμενης αμοιβής, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέλους του Τ.Ε.Ε. ή της εταιρείας εκπονήσεως τεχνικών μελετών ή των εκάστοτε συνιστώμενων γραφείων ή συμπραττόντων γραφείων εκπονήσεως τεχνικών μελετών, στην οποία θα προσδιορίζεται και το σύνολο της δικαιούμενης αμοιβής.

β) Η παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953 (Α΄325) καταργείται.

Άρθρο 2, παρ.1 έως και 3 του Β.Δ. 30/31.5.1956:

« 1. Οι αναθέτοντες εις τους εν τη παρ.1 του προηγουμένου άρθρου μελέτας, οι αναφερόμενοι εις το άρθρ.2 του Ν.Δ/τος  της15/7.10.1927 “περί εκδικάσεως των εξ αμοιβών των εργασιών Πολιτικών Μηχανικών, Αρχιτεκτόνων κλπ. διαφορών μεταξύ τούτων και πελατών”, ως τούτο ετροποποιήθη δια του άρθρ.1 του Α.Ν. της 19/23.11.35 “περί τροποποιήσεως  και ερμηνείας του από 30.4.1926 Ν.Δ/τος “περί εκδικάσεως των εξ αμοιβών εργασιών Πολιτικών Μηχανικών, Αρχιτεκτόνων κλπ. Διαφορών μεταξύ τούτων και πελατών”, υποχρεούνται όπως καταθέτωσι κατά τα εφεξής οριζόμενα εις το Τ.Ε.Ε. η τον υπό τούτου εξουσιοδοτούμενον το σύνολον της οφειλομένης παρ` αυτών προς τους εν τη παρ.1 του προηγουμένου άρθρου αναφερομένους αμοιβής μελέτης, ως αύτη κατά τα άνω καθωρίσθη υπό αρμοδιάς Κρατικής Υπηρεσίας η του Τ.Ε.Ε., στερούμενοι του δικαιώματος όπως καταβάλωσι την αμοιβήν απ` ευθείας εις τους δικαιούχους. 2. Οι εν τη παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αναφερόμενοι και ανεξαρτήτως ποσού αμοιβής δικαιούνται απολύψεως τμηματικής πληρωμής  ίσης προς το ποσόν του αναλογούντος φόρου επιτηδεύματος εις την ανατεθείσαν μελέτην, υπολογιζομένης βάσει του οριστικού πίνακος αμοιβής. Η τμηματική αύτη πληρωμή καταβάλλεται υπό του οφειλέτου εις το Τ.Ε.Ε. 3 Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει εις το Τεχνικόν Επιμελητήριο της Ελλάδος το υπόλοιπον της αμοιβής μετά την αφαίρεσιν του εν τα προηγουμένω εδαφίω φόρου επιτηδεύματος και των τυχόν κατά την διάρκεια  της εργασίας κατατιθεμένων εις το Τ. Ε.Ε. προκαταβολών επί της αμοιβής. Η καταβολή γίνεται εντός 15 ημερών από της πραιώσεως ή της παραδόσεως εις αυτόν της συντελεσθείσης μελέτης εφ`όσον δεν χρήζει περαιτέρω εγκρίσεως παρά Δημοσίας Αρχής, ή χρήζει μεν τοιαύτης εγκρίσεως, δεν ητήσατο όμως ο οφειλέτης ταύτην εντός της ως άνω προθεσμίας των 15 ημεων. Αιτηθείσης της εγκρίσεως της μελέτης εντός της ως άνω προθεσμίας παρά του υποχρέου εις την καταβολήν της αμοιβής ιδιώτου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου ή αμοιβή καταβάλλεται εις το Τ.Ε.Ε. μετά την έγκρισιν της μελέτης και προ της εκδόσεως της απαιτουμένης αδείας προς εκτέλεσιν των περί ών η μελέτη εργασιών, εις ας δε περιπτώσεις δεν απαιτείται η χορήγησις τοιαύτης αδείας μετά την έγκρισιν της μελέτης υπό της αρμόδιας Αρχής και προ της παραδόσεως αυτής εις τον υπόχρεον προς καταβολήν της αμοιβής”.  ***Η μέσα σε ” ” παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 188  της 16 Φεβρ. /3  Μαρτ. 1966 (ΦΕΚ Α`45).»

 

13.  Οι διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 2 του Β.Δ. της 30/31.5.1956, παύουν εφεξής να ισχύουν.

 

Η παράγραφος 4 του άρθρου 2 του ΒΔ 30/31.5.1956:

“4. Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλομένης αμοιβής, ο δικαιούχος  μηχανικός ή τα δικαιούχα γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών. Το αυτό δικαίωμα έχει και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος. Αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής θα ειναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Τα ανωτέρω τυγχάνουν αναλόγου εφαρμογής και στην περίπτωση των ασφαλιστικών μέτρων»

 

14.Το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 του ΒΔ 30/31.5.1956, αντικαθίστανται ως εξής:

«Αίτημα της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρεώσεως καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο μελετητή μηχανικό. Τούτο εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων»

   15. Με Προεδρικό Διάταγμα   που  εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ, διενεργείται κάθε αναγκαία προσαρμογή στις διατάξεις του παρόντος νόμου των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την εκπόνηση μελετών ιδιωτικών έργων και τις αμοιβές των μηχανικών, εν γένει και αρχιτεκτόνων.
 

Παρ. 8 του άρθρου 4 του ν.3316/2005

«8. Οι οικονομικές προσφορές που υποβάλλονται στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων των άρθρων 6 έως 10 συντάσσονται με τήρηση των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων σχετικά με την αμοιβή των μελετών και υπηρεσιών του άρθρου 2. Οι αναθέτουσες Αρχές αναφέρουν στις προκηρύξεις τις διατάξεις αυτές.

 

16. Η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν.3316/2005 (Α΄42)     αντικαθίσταται και προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής:

«8. Ο υπολογισμός της προεκτιμώμενης αμοιβής κατά το άρθρο τούτο, καθόσον αφορά τη διενέργεια του διαγωνισμού,  χρησιμεύει αποκλειστικά στις αναθέτουσες αρχές για τον προσδιορισμό των καλουμένων με την προκήρυξη τάξεων πτυχίου στον διαγωνισμό.

Η ως άνω προεκτιμώμενη αμοιβή, που υπολογίζεται από την αναθέτουσα αρχή, δεν δεσμεύει τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό, οι οποίοι δικαιούνται να υποβάλουν οικονομική προσφορά χαμηλότερη από το ποσό της προεκτιμώμενης αμοιβής.

9.Αν υποβληθεί ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά, εφαρμόζεται το άρθρο 52 του Π.Δ. 60/2007 (Α΄64)».

 

 

Η παράγραφος 9 του άρθρου 6 του ν.3316/2005:

«9. Κριτήρια ανάθεσης της προμελέτης είναι: α) Η ποιότητα της τεχνικής προσφοράς, η οποία συνίσταται: αα) Στην πληρότητα της διερεύνησης εναλλακτικής λύσης. ββ) Στα χαρακτηριστικά της προτεινόμενης με την προσφορά λύσης, η οποία βαθμολογείται, ανάλογα με τη φύση του έργου, με βάση ένα ή περισσότερα από  τα παρακάτω υποκριτήρια: (1) Τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της λύσης  (2) Την αισθητική αξία της λύσης. (3) Την ευκολία κατασκευής της λύσης. (4) Τη δαπάνη του έργου, που περιλαμβάνει τη δαπάνη κατασκευής του και,  εφόσον ορίζεται στην πρόσκληση, την ετήσια δαπάνη λειτουργίας και συντήρησης  κατά τη διάρκεια ζωής του έργου. Στην προκήρυξη περιλαμβάνονται συγκεκριμένα οι παράμετροι υπολογισμού της δαπάνης λειτουργίας και συντήρησης του έργου. 5) Τον προβλεπόμενο χρόνο υλοποίησης του έργου.(6) Τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της λύσης. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων καθορίζονται οι επί μέρους συντελεστές βαρύτητας των ως άνω υποκριτηρίων της τεχνικής προσφοράς, ενώ μπορεί να εξειδικεύονται ανάλογα με την κατηγορία, το μέγεθος και το είδος έργου ή να προστίθενται και άλλα. Μέχρι την έκδοση της απόφασης οι συντελεστές βαρύτητας των υποκριτηρίων ορίζονται στην προκήρυξη.  Η τεχνική προσφορά των υποψηφίων βαθμολογείται σε εκατονταβάθμια κλίμακα και η βαρύτητα του κριτηρίου αυτού στην τελική βαθμολογία των υποψηφίων ορίζεται σε ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%). β) Η οικονομική προσφορά του υποψηφίου για την εκπόνηση της προτεινόμενης από αυτόν κύριας τεχνικής λύσης και των εναλλακτικών της, εφόσον προβλέπεται η υποβολή τους, που περιλαμβάνει και τις αμοιβές για απαραίτητες υποστηρικτικές μελέτες και εργασίες. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 5, η οικονομική προσφορά αναλύεται λεπτομερώς στα επί μέρους στάδια μελέτης. Η υποβληθείσα οικονομική προσφορά απορρίπτεται εφόσον κατά κατηγορία μελέτης  παραβιάζει τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με τις αμοιβές της προς ανάθεση μελέτης ή εφόσον οι ποσότητες του φυσικού αντικειμένου της προσφοράς δεν αντιστοιχούν στην προτεινόμενη τεχνική λύση. Η οικονομική προσφορά των υποψηφίων βαθμολογείται σε εκατονταβάθμια κλίμακα  με τον τρόπο που ορίζεται στην προκήρυξη και η βαρύτητα του κριτηρίου αυτού  στην τελική βαθμολογία ορίζεται σε δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με απόφαση  του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων καθορίζεται ενιαίος τρόπος βαθμολόγησης της οικονομικής προσφοράς. Μέχρι την έκδοση της απόφασης ο τρόπος βαθμολόγησης ορίζεται στην προκήρυξη.»

 

 

 

 

 

 

 

17. Το τρίτο εδάφιο της περιπτώσεως β΄ της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν.  3316/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

        «Η υποβληθείσα οικονομική προσφορά κατά κατηγορία μελέτης απορρίπτεται εφόσον οι ποσότητες του φυσικού αντικειμένου της προσφοράς δεν αντιστοιχούν στην προτεινόμενη τεχνική λύση.»

 

 

 

  

Η παρ. 5 του άρθρου 7 του ν.3316/2005:

«5. Η οικονομική προσφορά συντίθεται για κάθε επί μέρους κατηγορία μελέτης σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 4 και περιλαμβάνει τις αμοιβές για την εκπόνηση των μελετών και για τον προγραμματισμό, την επίβλεψη και την αξιολόγηση των αναγκαίων ερευνητικών εργασιών πάσης φύσεως, ενώ δεν μπορεί να περιλαμβάνει αμοιβές για την εκτέλεση ερευνητικών εργασιών,  οι οποίες ανατίθενται με ιδιαίτερη σύμβαση. “Κατ` εξαίρεση, είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται αμοιβές για την εκτέλεση ερευνητικών εργασιών στην προεκτιμώμενη αμοιβή και αντίστοιχα στην οικονομική προσφορά των διαγωνιζομένων σε περίπτωση σύνθετης μελέτης, όταν η προεκτιμώμενη αμοιβή των ερευνητικών εργασιών δεν υπερβαίνει ποσοστό 15% της συνολικής προεκτιμώμενης αμοιβής. Στην περίπτωση αυτή τίθεται στην προκήρυξη της σύμβασης η προβλεπόμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου των ερευνητικών εργασιών και η προεκτιμώμενη αξία τους (στο σύνολο και ανά μονάδα) και οι διαγωνιζόμενοι υποβάλλουν προσφορά επί της αξίας αυτής σύμφωνα  με τις ισχύουσες διατάξεις. Η πληρωμή των εργασιών αυτών γίνεται με βάση τις προσφερθείσες τιμές και την εκτελεσθείσα ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου, κατόπιν υποβολής σχετικής επιμέτρησης από τον ανάδοχο, η οποία θεωρείται από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Για την υπόλοιπη, μη εκτελεσθείσα, ποσότητα μονάδων δεν καταβάλλεται αμοιβή στον ανάδοχο.”*** Τα άνω εντός ” ” εδάφια της παρ.5 προστέθηκαν με την παρ.1 άρθρ.5 Ν.3481/2006,ΦΕΚ Α 162/2.8.2006.»

 

18. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του ν.3316/2005, οι λέξεις «σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8» αντικαθίστανται με τις λέξεις «σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8».

 

Η παρ. 10 του άρθρου 7 του ν.3316/2005:

«10. Μετά την οριστικοποίηση της βαθμολογίας των τεχνικών προσφορών, τόσο στην ανοικτή όσο και στην κλειστή διαδικασία, σε δημόσια συνεδρίαση της Επιτροπής Διαγωνισμού που γνωστοποιείται εγγράφως στους υποψήφιους προ πέντε (5) ημερών, αποσφραγίζονται οι οικονομικές προσφορές και καταχωρείται το περιεχόμενό τους στο πρακτικό. Η υποβληθείσα οικονομική προσφορά απορρίπτεται εφόσον κατά κατηγορία μελέτης  παραβιάζει τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με την αμοιβή των μελετών που ανατίθενται ή οι ποσότητες του φυσικού αντικειμένου της προσφοράς δεν αντιστοιχούν στο αντικείμενο της μελέτης, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των εδαφίων β΄ και δ΄ της παραγράφου 2. Η Επιτροπή Διαγωνισμού βαθμολογεί τις οικονομικές προσφορές και εισηγείται την ανάθεση της σύμβασης στον υποψήφιο που υπέβαλε την πλέον συμφέρουσα προσφορά, με στάθμιση της βαθμολογίας των τεχνικών και των οικονομικών

προσφορών. Επί ισοβαθμίας προκρίνεται ο υποψήφιος με τη μεγαλύτερη βαθμολογία της τεχνικής προσφοράς. Το πρακτικό κοινοποιείται στους υποψήφιους κατά το άρθρο 22 και η προθεσμία υποβολής ενστάσεων κατ΄ αυτού είναι πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Επί των ενστάσεων διατυπώνει τη γνώμη της η Επιτροπή και τη διαβιβάζει, μαζί με το πρακτικό, στην Προϊσταμένη Αρχή, που αποφασίζει για την έγκριση ή μη του αποτελέσματος με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής. Οι διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 6 εφαρμόζονται ανάλογα.»

 

19. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 7 του ν.3316/2005 αντικαθίσταται ως   εξής:

«Η υποβληθείσα οικονομική προσφορά κατά κατηγορία μελέτης απορρίπτεται εφόσον οι ποσότητες του φυσικού αντικειμένου της προσφοράς δεν αντιστοιχούν στο αντικείμενο της μελέτης όπως προκύπτει από τα στοιχεία του εδαφίου β της παραγράφου 2».

 

Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 19 του ν. 3316/2005:

«2. Η αμοιβή μελέτης που εκπονείται κατά την παράγραφο 1 υπολογίζεται κατά τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με την αμοιβή των μελετών και τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 4.

3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων μπορεί να ορίζονται οι απαραίτητες διαδικασίες για την εξασφάλιση της καταβολής της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του μελετητή. Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής η αμοιβή καταβάλλεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις».

 

20. Οι  παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 19 του ν. 3316/2005, καταργούνται.

  21. Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών διενεργείται κάθε αναγκαία προσαρμογή του ν. 3316/2005 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων, στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
  22. Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που εκδίδεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, προσαρμόζονται οι διατάξεις της υπ’ αριθ. ΔΜΕΟ/α/οικ/1161(Β’1064/27.7.2005) υ.α. που αφορούν την βαθμολόγηση οικονομικών προσφορών, στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του ν.3316/2005, όπως αντικαθίστανται με τις διατάξεις της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 8

Νόμιμοι Ελεγκτές

 

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
 

       Η παρ. 6 άρθρου  18 ν. 2231/1994:

«6. Με ειδικές ή γενικές αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου καθορίζονται οι ελάχιστες ώρες πραγματοποίησης του κάθε υποχρεωτικού ελέγχου, το ελάχιστο ενιαίο ωρομίσθιο και το ανώτατο όριο ετησίας απασχόλησης των ορκωτών ελεγκτών και του βοηθητικού προσωπικού τους στους ελέγχους αυτούς, καθώς και τα υποβαλλόμενα στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών στοιχεία της χρήσεως, στην οποία αφορά ο κάθε συγκεκριμένος έλεγχος. Σε κάθε περίπτωση, η τελική αμοιβή για τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών ορκωτού ελεγκτή και του βοηθητικού προσωπικού του καταβάλλεται στην εταιρία ή κοινοπραξία που του ανέθεσε το συγκεκριμένο έργο, η οποία εκδίδει και το από το νόμο προβλεπόμενο παραστατικό στοιχείο.»

 

1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 18 του Ν.2231/1994 (Α’ 139) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«6. Με γενικές ή ειδικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.), μετά  πρόταση του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.) καθορίζονται οι ελάχιστες αναγκαίες ώρες για τη διενέργεια των υποχρεωτικών ελέγχων, το ανώτατο όριο ετησίας απασχόλησης των νόμιμων ελεγκτών και του βοηθητικού προσωπικού τους στους υποχρεωτικούς ελέγχους και τα υποβαλλόμενα στο Σ.Ο.Ε.Λ. στοιχεία της χρήσεως, στην οποία αφορά ο κάθε έλεγχος. Για τον καθορισμό των ελαχίστων αναγκαίων ωρών υποχρεωτικών ελέγχων, λαμβάνονται ιδίως υπόψη αντικειμενικά δεδομένα αναγόμενα κατά περίπτωση στην κατηγορία μονάδων ή στη συγκεκριμένη μονάδα, που αναφέρονται στα γενικά χαρακτηριστικά του κλάδου, στην πολυπλοκότητα του αντικειμένου του ελέγχου, στην οργανωτική δομή, στο μέγεθος και στην ιδιαίτερη σημασία της ασκούμενης δραστηριότητας για το δημόσιο συμφέρον.»

 

Άρθρο 18 παρ. 2 περ. α του Π.Δ. 226/1992:

«α. Η ανάληψη οποιουδήποτε τακτικού ελέγχου γίνεται με την προϋπόθεση ότι η αμοιβή του συγκεκριμένου ελέγχου δεν υπερβαίνει το ένα δέκατο του συνόλου των εσόδων που πραγματοποίησε η εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δωδεκάμηνης διαχειριστικής χρήσης. Κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης αυτής από κάθε εταιρία ή κοινοπραξία εγγραφόμενη στο Μητρώο του Σ.Ο.Ε., ως σύνολο εσόδων της προηγούμενης δωδεκάμηνης διαχειριστικής χρήσης της λαμβάνεται το γινόμενο του συνόλου της ανώτατης επιτρεπόμενης ετήσιας απασχόλησης των Ορκωτών Ελεγκτών και του βοηθητικού ελεγκτικού προσωπικού της, επί το εκάστοτε ισχύον ενιαίο ωρομίσθιο της ίδια εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών.»

 

2.Η περίπτωση α της παραγράφου  2 του άρθρου 18 του Π.Δ.. 226/1992 (Α’ 120), καταργείται.

 

Άρθρο 18 παρ. 3 περ. β π.δ. 226/1992:

«β. Η εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία οφείλει να αποποιηθεί αμέσως την εκλογή της, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των περιπτ. α’ ή γ’, της προηγούμενης παραγράφου 2, γνωστοποιώντας την αποποίησή της και στο Εποπτικό Συμβούλιο. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος της εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών από δρχ. πέντε εκατομμύρια (5.000.000) μέχρι το τριπλάσιο της ελάχιστης αμοιβής ελέγχου, όπως αυτή προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6. Για την παράλειψη και την έκταση της χρηματικής ποινής αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο.»

γ. Αν η εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών δεν αποποιείται τον έλεγχο, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της εντολής να γνωστοποιήσει στην προς έλεγχο μονάδα και στο Εποπτικό Συμβούλιο το όνομα του Ορκωτού Ελεγκτή ή Ελεγκτών, στους οποίους ανέθεσε την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου, καθώς και τις προϋπολογιζόμενες ώρες πραγματοποίησης του ελέγχου αυτού. Οι ώρες αυτές, συνυπολογιζόμενων και των ωρών άλλων τακτικών ελέγχων που έχουν ήδη ανατεθεί σε ένα Ορκωτό Ελεγκτή και πρέπει να πραγματοποιηθούν μέσα στη δωδεκάμηνη περίοδο από 1ης Ιουλίου εκάστου έτους μέχρι την 30η Ιουνίου του επόμενου, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ετήσιο απασχόλησης του ίδιου και του απ’ αυτόν απασχολούμενου ελεγκτικού προσωπικού, όπως το όριο αυτό καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Τυχόν υπέρβαση του πιο πάνω ορίου, συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος της εταιρίας η κοινοπραξίας, από δρχ. πέντε εκατομμύρια (5.000.000) μέχρι το τριπλάσιο της αμοιβής που αντιστοιχεί στις καθ’ υπέρβαση ανατεθείσες ώρες ελέγχου, η οποία αποφασίζεται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.»

3.Οι περιπτώσεις β’ και γ’ του άρθρου 18 του π.δ. 226/1992, αντικαθίστανται ως εξής:

«β. Ο εκλεγόμενος νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο οφείλει να αποποιηθεί αμέσως την εκλογή του, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της περιπτ. γ’ της προηγούμενης παραγράφου 2, γνωστοποιώντας την αποποίησή του και στο Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.). Η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής από δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης και την ενδεχόμενη υποτροπή. Για τη διαπίστωση της παράβασης και την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.).

«γ. Αν το ελεγκτικό γραφείο δεν αποποιείται τον έλεγχο, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της εντολής να γνωστοποιήσει στην προς έλεγχο μονάδα και στο Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.Λ. το όνομα του νόμιμου Ελεγκτή ή Ελεγκτών, στους οποίους ανέθεσε την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου. Περαιτέρω, μέσα στην ίδια προθεσμία από τη λήψη της εντολής, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο οφείλει να γνωστοποιήσει στην προς έλεγχο μονάδα και στο Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.Λ. τις προϋπολογιζόμενες ώρες πραγματοποίησης του ελέγχου αυτού. Οι ώρες αυτές, συνυπολογιζόμενων και των ωρών άλλων ελέγχων που έχουν ήδη ανατεθεί σε ένα νόμιμο ελεγκτή και πρέπει να πραγματοποιηθούν μέσα στη δωδεκάμηνη περίοδο από 1ης Ιουλίου εκάστου έτους μέχρι την 30η Ιουνίου του επόμενου, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ετήσιας απασχόλησης του ίδιου και του απασχολούμενου από αυτόν ελεγκτικού προσωπικού, όπως το όριο αυτό καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. Τυχόν υπέρβαση του πιο πάνω ορίου, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής από δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης και την ενδεχόμενη υποτροπή. Για τη διαπίστωση της παράβασης και την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε..»

 

 

        Άρθρο 18 παρ. 6 Π.Δ. 226/1992:

«6.        Η μείωση της αμοιβής ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 3, όπως αυτή καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, απαγορεύεται.

Ειδικότερα:

α. Με γενικές ή ειδικές αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου, καθορίζονται ετησίως οι ελάχιστες ώρες πραγματοποίησης του τακτικού ελέγχου της κάθε μονάδας ή κατηγορίας μονάδων, οι οποίες πραγματοποιούνται μόνο από μέλη του Σ.Ο.Ε. εγγεγραμμένα στα οικεία Μητρώα του άρθρου 13.

Για τον καθορισμό των ωρών αυτών, το Εποπτικό Συμβούλιο λαμβάνει ιδίως υπόψη τα δεδομένα της απαιτούμενης χρονικής απασχόλησης στη συγκεκριμένη ή σε παρεμφερείς μονάδες, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί από τους τακτικούς ελέγχους του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, καθώς και το αντικείμενο των εργασιών τους, το σύνολο ενεργητικού και τον ετήσιο κύκλο εργασιών και τον αριθμό του απασχολούμενου προσωπικού τους.

β. Οι κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενες ώρες, καθώς και το ελάχιστο μέσο ενιαίο ωρομίσθιο, που ισχύει κάθε φορά για την απασχόληση του Ορκωτού Ελεγκτή και του βοηθητικού ελεγκτικού προσωπικού του, βρίσκονται στη διάθεση των εταιριών ή κοινοπραξιών ελεγκτών.

γ. Κάθε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών μπορεί να διαφοροποιεί το μέσο ενιαίο ωρομίσθιο απασχόλησης των ελεγκτών της σε τιμή μεγαλύτερη του καθοριζόμενου από το Εποπτικό Συμβούλιο ελάχιστου ύψους του, με την προϋπόθεση άτι η διαφοροποίηση αυτή γνωστοποιείται στο Εποπτικό Συμβούλιο και ισχύει γενικά για όλους τους τακτικούς ελέγχους που αναλαμβάνονται από την εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών ύστερα από την ημερομηνία της παραπάνω γνωστοποίησης.

δ. Η υπέρβαση των προϋπολογιζόμενων ωρών πραγματοποίησης τακτικού ελέγχου, που συνεπάγεται την αύξηση της αμοιβής ελέγχου, επιτρέπεται πάντοτε με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει γίνει αποδεκτή από την ελεγχόμενη μονάδα.

ε. Το Εποπτικό Συμβούλιο παρακολουθεί τη νομιμότητα της ανάθεσης των τακτικών ελέγχων, καθώς και τις τιμολογούμενες αμοιβές και ερευνά κάθε περίπτωση έκπτωσης ή επιστροφής της κατά τις διατάξεις αυτής της παραγράφου προσδιοριζόμενης ελάχιστης αμοιβής ελέγχου.

Για το σκοπό αυτό το Εποπτικό Συμβούλιο μπορεί να καλεί κάθε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών να του υποβάλει τα κατά την κρίση του στοιχεία ή να αποφασίζει για τη διενέργεια ειδικού λογιστικού ελέγχου επί των βιβλίων και στοιχείων της, διενεργουμένου από διμελή τουλάχιστον Επιτροπή που συγκρατεί από μέλη του Εποπτικού και του Επιστημονικού Συμβουλίου. Στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι, με οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο, έχει γίνει διαφοροποίηση της αμοιβής τακτικού ελέγχου κάτω της ελαχίστης, το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει για την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος της υπεύθυνης εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών, από δρχ. πέντε εκατομμύρια (5.000.000) κατ’ ελάχιστον μέχρι το εικοσαπλάσιο του ποσού της διαφοροποίησης. Σε περίπτωση υποτροπής, η επιβαλλόμενη νέα χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από το τριπλάσιο της προηγούμενης.»

4.Η παρ. 6 του άρθρου 18 του Π.Δ. 226/1992 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«6.        Η αμοιβή ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 3, καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία των μερών, βάσει των προϋπολογιζομένων ωρών διενέργειας του ελέγχου από το νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο.

Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία δύνανται να αναρτούν ενδεικτικές ωριαίες τιμές και τα κριτήρια εφαρμογής τους στο διαδικτυακό τους τόπο.»

 

 

 

 

 

Άρθρο 20 παρ. 2 β του Π.Δ. 226/1992:

«2. Στο παραπάνω πειθαρχικό συμβούλιο παραπέμπεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, ο Ορκωτός Ελεγκτής ή Επίκουρος ή Δόκιμος ή Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής για:

β) Ανάρμοστη συμπεριφορά, στην οποία περιλαμβάνεται και η διαπραγμάτευση της αμοιβής του υποχρεωτικού ελέγχου.»

 

5. Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 20 του Π.Δ. 226/1992 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Ανάρμοστη συμπεριφορά.»

               

 
Άρθρο

Έναρξη ισχύος
1. Η ισχύς των διατάξεων του νόμου που παρέχουν νομοθετική εξουσιοδότηση αρχίζει από τη δημοσίευσή τού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αρχίζει τέσσερις (4) μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα Ιανουαρίου 2011

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ , ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΙΝΑ ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ

ΥΠΟΔΟΜΩΝ , ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΧΑΡΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ