ΣτΕ: Αντισυνταγματική η απαγόρευση προσφυγής σε διαιτησία – ακυρώνονται οι παρ.1,2 και 4 του άρ.3 της Π.Υ.Σ. 6/2012

Η Ολομέλεια του ΣτΕ ακυρώνει μνημονιακές ρυθμίσεις για τα εργασιακά

ΕΠΑΝΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ  ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

Αυτή η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαιώνει την ΟΤΟΕ και τη ΓΣΕΕ, που προσέφυγαν, ζητώντας την ακύρωση της ΠΥΣ, με την οποία η Κυβέρνηση είχε καταργήσει μονομερώς και αυθαίρετα τη συλλογική αυτονομία, παρεμβαίνοντας σε βάρος των εργαζομένων και ταυτόχρονα στο δικαίωμα της ασθενέστερης πλευράς, που είναι πάντοτε η πλευρά των εργαζομένων, να προσφεύγουν μονομερώς στη Διαιτησία, διεκδικώντας τα δικαιώματά τους, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εργοδοτών.

Ειδικότερα, η βαρυσήμαντη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι «επιβάλλεται από το Σύνταγμα στο Νομοθέτη να προβλέπει και τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία έστω και από το ένα μέρος, ώστε να μη παραμένει αρρύθμιστο σημαντικό μέρος της συλλογικής διαφοράς με τους εντεύθεν κινδύνους, με βλάβη της κοινωνικής ειρήνης και την επάνοδο στο ρυθμιστικό πεδίο των ατομικών συμβάσεων εργασίας, κατά τη σύναψη των οποίων βρίσκεται κατά κανόνα σε πλεονεκτική θέση η εργοδοτική πλευρά».

Η απόφαση του ΣτΕ έχει μεγάλη συνδικαλιστική και πολιτική σημασία, γιατί επαναφέρει στη Δημοκρατική τάξη τη θεσμική λειτουργία του Συντάγματος, των Νόμων και των κανόνων δικαίου, που αφορούν στις Συλλογικές διαπραγματεύσεις, στις Συμβάσεις και στα δικαιώματα των εργαζομένων.

Με την προϊσχύουσα νομοθεσία, αν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων δεν κατέληγαν σε κοινή συμφωνία, οποιοδήποτε από τα δύο μέρη είχε τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει τη διαδικασία διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς ώστε να ρυθμιστούν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, είτε του κλάδου, τον οποίο αφορούσε η διαφορά, είτε του συνόλου των εργαζομένων, αν αντικείμενο της διαφοράς ήταν η σύναψη εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Με την ΠΥΣ καταργήθηκε η δυνατότητα αυτή και, επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία η συλλογική διαφορά δεν κατέληγε σε συμφωνία, δεν υπήρχε δυνατότητα να επιβληθούν γενικοί όροι εργασίας, υποχρεωτικοί για τους εργοδότες. Η ακύρωση της σχετικής διάταξης της ΠΥΣ έχει ως συνέπεια να επανέρχεται σε ισχύ το παλαιότερο καθεστώς ως προς το θέμα αυτό.

Όλα τα άλλα μέτρα που προβλέφθηκαν σε βάρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα  από το Μνημονίου ΙΙ, όπως είναι η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κατά 22% και κατά 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών, η κατάργηση του επιδόματος γάμου, η κατάργηση της υπογραφής των εθνικών γενικών  συλλογικών συμβάσεων εργασίας (κατώτερες αποδοχές) μετά από διαπραγματεύσεις εργοδοτών και εργαζομένων (ΣΕΒ-ΓΕΣΕΕ), η λεγόμενη «μετενέργεια», κ.λπ., κρίθηκαν από την Ολομέλεια του ΣτΕ συνταγματικά, σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Οι δικαστές απέρριψαν ως αβάσιμους για «λόγους υπέρτερου  κοινωνικού συμφέροντος» όλους τους ισχυρισμούς της Γ.Σ.Ε.Ε., της Ο.Τ.Ο.Ε.,  των άλλων Οργανώσεων, κ.λπ. που είχαν προσφύγει στο ΣτΕ, εκτός από αυτούς που αφορούν την  διαιτησία.

Το Μνημόνιο ΙΙ είναι συμπληρωματικό του μνημονίου Ι (νόμος  3845/2010) το οποίο κρίθηκε νόμιμο με την  υπ΄   αριθμ. 668/2012 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Στην Ολομέλεια του 2012 συμμετείχαν 55 σύμβουλοι Επικρατείας και τώρα στον Μνημόνιο ΙΙ συμμετείχαν 31.

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με μία απόφαση 60 σελίδων (2307/2014) αποφάνθηκε ότι είναι αντισυνταγματική (αντίθετη στο άρθρο 22 παράγραφος 2 του Συντάγματος) η κατάργηση της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (νόμοι 1876/1990 και 3899/2010)  για την επίλυση εργασιακών θεμάτων (αύξηση αποδοχών, επιδόματα, άδειες, αργίες, κ.λπ.).

Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι το άρθρο 3 της Π.Υ.Σ. 6/2012 με το οποίο ορίσθηκε ότι «η προσφυγή στην διαιτησία προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση συμφωνία των μερών, αντίκειται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ακυρωτέα».

Παράλληλα, με την απόφαση του ΣτΕ επανήλθε η διαιτησία στο παλαιό νομοθετικό καθεστώς, σύμφωνα με το οποίοι  μπορούσαν να πηγαίνουν στην διαιτησία προς επίλυση όλα τα θέματα των εργασιακών σχέσεων και όρων (μισθοί, επιδόματα, άδειες, κ.λπ.). Οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν αντισυνταγματική τη ρύθμιση τόσο της Π.Υ.Σ. 6/2012, όσο και του νόμου 3899/2010 που περιόριζε τη διαιτησία αποκλειστικά μόνο στον καθορισμό του βασικού μισθού και ημερομισθίου.

Η διαιτησία είναι ένας ο μηχανισμός επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας σε περίπτωση αποτυχίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Στη διαιτησία (Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας) μπορεί να προσφύγει είτε η πλευρά των εργαζομένων (συνδικαλιστικές οργανώσεις) είτε η πλευρά των εργοδοτών, αφού αποτύχουν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, που αρχίζουν, κατά κανόνα, μετά τη λήξη ισχύος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Μπορεί όμως και μονομερώς να προσφύγει μια από τις δύο πλευρές, χωρίς τη συναίνεση της άλλης.

Επίσης, στη διαιτησία του Ν. 1876/1990 μπορεί να οδηγηθούν όλες οι διαφορές που προκύπτουν από επιχειρησιακές, κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, όπως είναι μισθολογικές διαφορές, η χορήγηση επιδομάτων, κ.ά.

Με άλλα λόγια  με την προϊσχύουσα νομοθεσία, αν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων δεν κατέληγαν σε κοινή συμφωνία, οποιοδήποτε από τα δύο μέρη είχε τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει τη διαδικασία διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς ώστε να ρυθμιστούν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, είτε του κλάδου, τον οποίο αφορούσε η διαφορά, είτε του συνόλου των εργαζομένων, αν αντικείμενο της διαφοράς ήταν η σύναψη εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Με την 6/2012 Π.Υ.Σ. καταργήθηκε η δυνατότητα αυτή έτσι ώστε, σε περίπτωση κατά την οποία η συλλογική διαφορά δεν κατέληγε σε συμφωνία, δεν υπήρχε δυνατότητα να επιβληθούν γενικοί όροι εργασίας, υποχρεωτικοί για τους εργοδότες. Η ακύρωση της σχετικής διάταξης της Π.Υ.Σ. έχει ως συνέπεια να επανέρχεται σε ισχύ το παλαιότερο καθεστώς ως προς το θέμα αυτό.

Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3 της 6/2012 Π.Ν.Π. προβλέπει ρητά ότι «από 14.2.2012 η προσφυγή στη διαιτησία γίνεται αποκλειστικά με κοινή συμφωνία των μερών». Επίσης, προβλέπεται ότι οι «προσφυγές που έχουν κατατεθεί στον Ο.Μ.Ε.Δ. μέχρι 28.2.2012 και δεν έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση, αν μεν έχουν κατατεθεί μονομερώς δεν συζητούνται και τίθενται στο αρχείο, ενώ αν έχουν κατατεθεί με κοινή συμφωνία των μερών κρίνονται».

Να σημειωθεί ότι με βάση τον Ν. 4093/2012 που ακολούθησε, το λεγόμενο και Μνημόνιο ΙΙΙ (πρόκειται για το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής), οι κατώτατες αποδοχές δεν καθορίζονται πλέον από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας μετά από διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις εργοδοτικές οργανώσεις (Σ.Ε.Β., Γ.Σ.Β.Ε.Ε., Ε.Σ.Ε.Ε.) και την Γ.Σ.Ε.Ε., αλλά με νόμο.

Εξάλλου, με το Μνημόνιο ΙΙΙ καταργήθηκε μετά το 2012 το επίδομα γάμου το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του κατώτατου μισθού που καθοριζόταν με την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, ενώ «πάγωσε» και το επίδομα τριετιών (ωρίμανσης).

Σημειώνεται ότι με την ίδια ΠΥΣ είχε μειωθεί το ύψος του κατώτερου μισθού και ημερομισθίου για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, αλλά το δικαστήριο δεν εξέφρασε κρίση για το θέμα αυτό διότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης είχε εκδοθεί νεότερος νόμος που ρύθμισε με διαφορετικό τρόπο το ίδιο θέμα και, επομένως, η σχετική διάταξη της ΠΥΣ είχε παύσει να ισχύει.

Πηγή ΟΤΟΕ – FMVOICE – Πρώτο θέμα

Η απόφαση αναγράφει:

Δ ι ά τ α ύ τ α

Καταργεί τις δίκες κατά το μέρος που αφορούν τις διατάξεις του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης Π.Υ.Σ. 6/2012.

Δέχεται τις κρινόμενες αιτήσεις κατά το μέρος που αφορούν τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 3 της Π.Υ.Σ. 6/2012.

Ακυρώνει τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 3 της Π.Υ.Σ. 6/2012.

Απορρίπτει τις κρινόμενες αιτήσεις κατά τα λοιπά.

Απορρίπτει την παρέμβαση του ΚΤΕΛ κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 3 της Π.Υ.Σ. 6/2012.

Δέχεται την παρέμβαση του ΚΤΕΛ κατά τα λοιπά. Απορρίπτει τις λοιπές παρεμβάσεις. Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου, 22 Φεβρουαρίου, 14 και 15 Μαρτίου και 1 Απριλίου 2013

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ