Η πειθαρχική, ποινική και αστική ευθύνη των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Εγκ.1160281/5.12.14)

Αρ. πρωτ.: ΔΔΑΔ Δ 1160281 ΕΞ 2014/5.12.2014
Η πειθαρχική, ποινική και αστική ευθύνη των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ)

Κατηγορία: Οργάνωσης – Επιχειρησιακού Σχεδιασμού

Αθήνα 5 Δεκεμβρίου 2014
Αρ. Πρωτ.: ΔΔΑΔ Δ 1160281 ΕΞ 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
ΤΜΗΜΑ Δ’

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. : 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες : Δ. Καλπακίδου
Τηλέφωνο : 210 33 75 159
FΑΧ : 210 33 75 386

ΘΕΜΑ : Η πειθαρχική, ποινική και αστική ευθύνη των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με δεδομένο το γεγονός ότι η ειδική νομική σχέση που συνδέει τους δημοσίους υπαλλήλους με το Κράτος συνεπάγεται μία σειρά από ιδιαίτερες και πρόσθετες υποχρεώσεις, που συχνά δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητας και σύγχυσης στους υπαλλήλους, κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί και αποσαφηνιστεί το νομικό πλαίσιο που καθορίζει τόσο τα διάφορα είδη ευθύνης που φέρουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όσο και τα αντίστοιχα δικαιώματα και τους μηχανισμούς άμυνας που διαθέτουν για την υπεράσπισή τους. Υπό το πρίσμα αυτό η παρούσα εγκύκλιος έχει ως σκοπό να οριοθετήσει ένα σαφές και κατανοητό πλαίσιο μέσα στα οποίο καλούνται, οι υπάλληλοι όλων των βαθμίδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, να εργαστούν ώστε να γίνουν πιο αποδοτικοί και αποτελεσματικοί καθώς θα γνωρίζουν τόσο τις υποχρεώσεις τους όσο και τα δικαιώματά τους. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στη γενική υποχρέωση των υπαλλήλων να υπακούουν στις εντολές των προϊσταμένων τους όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 25 «Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών» του ν. 3528/2007 «Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.»1 (Παράρτημα 1)

Στο δεύτερο μέρος, αρχικά γίνεται μία συνοπτική παρουσίαση των τριών ειδών ευθύνης που φέρουν οι υπάλληλοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ήτοι, της πειθαρχικής ή διοικητικής, της ποινικής και της αστικής και στην συνέχεια αναλύεται διεξοδικότερα η κάθε μία από αυτές, αποσαφηνίζοντας τη σχετική διαδικασία, τις συνέπειες αλλά και τα δικαιώματα των υπαλλήλων. Για την καλύτερη κατανόηση όλων των σχετικών θεμάτων παρατίθενται πραγματικά παραδείγματα στοιχειοθέτησης της αντίστοιχης ευθύνης.

Προς διευκόλυνση και άμεση πρόσβαση των υπαλλήλων στη σχετική νομοθεσία, στα παραρτήματα της παρούσας εγκυκλίου παρατίθενται αυτούσιες όλες οι σχετικές διατάξεις.

ΜΕΡΟΣ Α : Η ΓΕΝΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΤΟΥΣ

1. Ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας (ΔΚ) προβλέπει την υποχρέωση των υπαλλήλων να υπακούουν στις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων τους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 του ΔΚ (Παράρτημα 1 ) ορίζει ότι «ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του» και μάλιστα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρεί την εντολή παράνομη. Σε αυτή την περίπτωση, ο υπάλληλος οφείλει, πριν την εκτέλεση της εντολής, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του.

2. Ο υπάλληλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύνταξη εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητάς του, εφόσον διαταχθεί γι’ αυτό από τους προϊσταμένους του. Αν διαφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου, έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του. Με τον τρόπο αυτό απαλλάσσεται της ευθύνης, αλλά παραμένει υποχρεωμένος να συντάξει και προσυπογράψει το έγγραφο σύμφωνα με τις εντολές που έλαβε.

3. Εάν ο υπάλληλος αρνηθεί να υπακούσει στις εντολές του προϊσταμένου του, στοιχειοθετείται σε βάρος του πειθαρχικό παράπτωμα, που ανάλογα με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, μπορεί να είναι αυτό της άρνησης ή παρέλκυσης εκτέλεσης υπηρεσίας, της σοβαρής απείθειας ή και της παράβασης καθήκοντος (Παράρτημα 2, άρθρο 107 παρ. 1, περ. κ’, θ’ και γ’ ΔΚ αντίστοιχα) και επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές. Συγκεκριμένα, τα δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε υπάλληλο που δεν ακολούθησε τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων του δεν αποτελεί παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και επομένως είναι νόμιμη η επιβολή των σχετικών κυρώσεων2.

4. Κατ’ εξαίρεση και μόνο σε μία περίπτωση επιτρέπεται στον υπάλληλο να μην εκτελέσει μια διαταγή, όταν είναι προδήλως αντισυνταγματική ή προδήλως παράνομη. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η εντολή προϊσταμένου προς υπάλληλο να παραποιήσει έγγραφο3. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος οφείλει να μην εφαρμόσει τη διαταγή και να αναφέρει αμελλητί τους λόγους για τους οποίους δεν υπάκουσε (Παράρτημα 1, άρθρο 25 παρ. 3 ΔΚ)

5. Κατόπιν των ανωτέρω, είναι σαφές ότι οι υπάλληλοι οι οποίοι υπακούουν και ακολουθούν νόμιμες διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων τους δεν υπέχουν ευθύνη. Παραδείγματος χάριν, εάν ο υπάλληλος λάβει εντολή από τους προϊσταμένους του να ελέγξει υποθέσεις βάσει των κριτηρίων που έχουν προκαθορισθεί από τη ΓΓΔΕ δυνάμει του άρθρου 26 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι παραμέλησε άλλες υποθέσεις που είναι εκτός της συγκεκριμένης εντολής.

ΜΕΡΟΣ Β – ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΙΔΩΝ ΕΥΘΥΝΗΣ – ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

1. Οι υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων υπέχουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, για υπαίτια πράξη ή παράλειψη, τρία διαφορετικά είδη ευθύνης ήτοι, πειθαρχική, ποινική και αστική ευθύνη. Για τη στοιχειοθέτηση της κάθε είδους ευθύνης συντρέχουν διαφορετικές προϋποθέσεις και υπάρχουν διαφορετικές έννομες συνέπειες. Οι ευθύνες αυτές δεν ταυτίζονται μεταξύ τους αλλά δύναται να συντρέχουν παράλληλα.

2. Συγκεκριμένα, η πειθαρχική ευθύνη απορρέει από την ειδική έννομη σχέση η οποία συνδέει τον υπάλληλο με το Κράτος, σχετίζεται με την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του και επισύρει πειθαρχικές ποινές. Η πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου, το οποίο αποτελεί κομμάτι του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, και περιλαμβάνει δύο επιμέρους τμήματα α) το ουσιαστικό πειθαρχικό δίκαιο το οποίο περιλαμβάνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και τις πειθαρχικές ποινές ή κυρώσεις και β) το διαδικαστικό πειθαρχικό δίκαιο το οποίο προβλέπει τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα καθώς και τη διαδικασία επιβολής των προβλεπομένων πειθαρχικών ποινών.

3. Η ποινική ευθύνη των υπαλλήλων γεννάται από πράξεις ή παραλείψεις τους που, βάσει των κανόνων του ποινικού δικαίου, χαρακτηρίζονται ως αδικήματα και προσβάλλουν όχι μόνο την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας αλλά και την ομαλή κοινωνική συμβίωση. Οι ποινές που επιβάλλονται σε περίπτωση ενεργοποίησης της ποινικής ευθύνης είναι είτε χρηματικές κυρώσεις – πρόστιμα, είτε ποινές στερητικές της ελευθερίας δηλ. φυλάκιση ή κάθειρξη, ανάλογα με τη βαρύτητα και τις συνθήκες τέλεσης του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος.

4. Τέλος, όσον αφορά την αστική ευθύνη των υπαλλήλων, αυτή σχετίζεται με τη ζημία που μπορεί να προξενήσουν είτε στο Δημόσιο είτε στους διοικουμένους, με πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ευθύνη βέβαια αυτή των υπαλλήλων υφίσταται μόνο έναντι του Δημοσίου και όχι έναντι τρίτων προσώπων- διοικουμένων που τυχόν βλάπτονται. Τούτο σημαίνει ότι οι διοικούμενοι δεν μπορούν, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ασκήσουν ευθεία αγωγή αποζημίωσης κατά δημοσίων υπαλλήλων για ζημία που τους προξένησαν οι τελευταίοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Μπορούν, όμως, να καταθέσουν τέτοια αγωγή κατά του Δημοσίου, το οποίο είναι αστικώς υπεύθυνο για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία προξένησαν οι υπάλληλοί του, το οποίο δύναται στη συνέχεια να στραφεί αναγωγικά κατά αυτών. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται έκδοση απόφασης των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων.

Ι. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

1. Όπως προαναφέρθηκε η πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων ρυθμίζεται από τους κανόνες του πειθαρχικού δικαίου (άρθρα 106 έως 146Α του ν. 3528/2007 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει) το οποίο, διευκρινίζεται, ότι δεν αποβλέπει μόνο στην διασφάλιση της εύρυθμης και απρόσκοπτης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας αλλά και στην αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των υπαλλήλων, ως ανθρώπων και πολιτών. Γι’ αυτό και η θεμελίωση της πειθαρχικής ευθύνης προϋποθέτει μία σειρά διατυπώσεων, που αν δεν πληρούνται, ο υπάλληλος δεν διώκεται. Έτσι, όταν ο υπάλληλος κινείται μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, δεν κινδυνεύει να τιμωρηθεί.

2. Ειδικότερα, μια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του, στοιχειοθετεί πειθαρχική ευθύνη μόνο όταν υπάρχει υπαιτιότητα δηλ. δόλος ή αμέλεια από πλευράς του υπαλλήλου, η οποία θίγει την καλή λειτουργία της υπηρεσίας και παράλληλα η υπαίτια αυτή πράξη ή παράλειψη μπορεί να του καταλογιστεί, διαφορετικά δεν υφίσταται και η έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος (Παράρτημα 2, άρθρο 106 ΔΚ).

α) Πειθαρχικά παραπτώματα

Η έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος είναι θεμελιώδους σημασίας καθότι σηματοδοτεί τις συμπεριφορές εκείνες του υπαλλήλου οι οποίες τιμωρούνται από το νόμο. Η πρόσφατη τροποποίηση των διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου (ν. 4057/2012) επέφερε μία βασική αλλαγή στα πειθαρχικά παραπτώματα. Εγκαταλείφθηκε η ενδεικτική απαρίθμησή τους και υιοθετήθηκε πλέον η αποκλειστική και περιοριστική απαρίθμηση αυτών. (Παράρτημα 2, άρθρο 107, παρ. 1, περ. α’ έως λγ’ ΔΚ). Η επιλογή αυτή αποσκοπεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον ασφάλειας δικαίου καθώς ο υπάλληλος γνωρίζει εκ των προτέρων το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να κινείται και μπορεί να αποφεύγει πράξεις και συμπεριφορές που κρίνονται πειθαρχικά αποδοκιμαστέες.

Επειδή ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας περιγράφει τα πειθαρχικά παραπτώματα με έναν αόριστο και γενικό τρόπο, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, όταν πρόκειται να ασκήσουν πειθαρχική δίωξη σε βάρος ενός υπαλλήλου, οφείλουν να προσδιορίζουν επακριβώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συνιστούν τη διάπραξη συγκεκριμένου κάθε φορά παραπτώματος, αποδίδοντας το σωστό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης ή παράλειψης, έτσι ώστε ο υπάλληλος να γνωρίζει για ποιο λόγο διώκεται.

Για καλύτερη κατανόηση του νομικού πλαισίου από τους υπαλλήλους, ακολούθως παραθέτουμε πραγματικά παραδείγματα από πειθαρχικές υποθέσεις που απασχόλησαν τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Υπουργείου Οικονομικών:

• Η παθητική δωροδοκία εφοριακού υπαλλήλου από ελεγχόμενη επιχείρηση προκειμένου να μην βεβαιώσει σε βάρος της διαπιστωθείσα φορολογική παράβαση (μη έκδοση απόδειξης/τιμολογίου σε πελάτη κατά την πώληση αγαθών) χαρακτηρίστηκε, εκτός από παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους , και ως ανάρμοστη συμπεριφορά4 (Παράρτημα 2, άρθρο 107 παρ. 1 περ. γ’ και ε’ ΔΚ). Η πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε ήταν αυτή της οριστικής παύσης του υπαλλήλου.

• Η παράλειψη διενέργειας ελέγχου και απάντησης σε δελτία πληροφοριών που είχαν σταλεί από μία ΔΟΥ προς άλλη ΔΟΥ χαρακτηρίστηκε ως ατελής εκπλήρωση καθήκοντος. Ο υπάλληλος επικαλέστηκε φόρτο εργασίας για την παράλειψη, αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι η τρίμηνη προσωρινή παύση με αντίστοιχη στέρηση των αποδοχών του αποτελούσε εύλογη πειθαρχική ποινή, καθότι ο υπάλληλος ήταν ενήμερος για τα δελτία πληροφοριών και απέφευγε συστηματικά να απαντήσει σε αυτά ή να αναθέσει την απάντηση σε άλλον υπάλληλο.5 (Παράρτημα 2, άρθρο 107 παρ. 1 περ. κη’ ΔΚ)

• Ο εσφαλμένος υπολογισμός της αντικειμενικής αξίας αγορασθείσας ακίνητης περιουσίας, με αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων για το Δημόσιο, καθώς η δηλωθείσα αξία ήταν χαμηλότερη από την πραγματική αξία του ακινήτου και ο φόρος που καταβλήθηκε χαμηλότερος από το φόρο που θα έπρεπε να έχει καταβληθεί, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν συνιστά σε βάρος του υπαλλήλου πειθαρχικό παράπτωμα επειδή ο υπολογισμός της πραγματικής αξίας του ακινήτου απαιτούσε ειδικές γνώσεις που δε διέθετε ο υπάλληλος και κατά συνέπεια δεν είχε δόλο κατά την εσφαλμένη εκτέλεση των καθηκόντων του.6

• Ο εκβιασμός επιχειρηματία από ελεγκτή της ΔΟΥ να του καταβάλει ποσό ύψους 50.000 ευρώ ώστε να μην του καταλογίσει τις διαπιστωθείσες φορολογικές παραβάσεις οι οποίες επέσυραν πρόστιμα ύψους 500.000 ευρώ, χαρακτηρίστηκε, εκτός από παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, και ως ανάρμοστη πράξη με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. (Παράρτημα 2, άρθρο 107 παρ. 1 περ. γ’ και ε’ ΔΚ)

β) Πειθαρχικές ποινές

Οι πειθαρχικές ποινές αποτελούν το μέσο με το οποίο η δημόσια διοίκηση εκδηλώνει την απαξία της σε σχέση με ορισμένη συμπεριφορά του υπαλλήλου και τον αποδοκιμάζει γι’ αυτήν. Επιβάλλονται μόνο από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα κατόπιν τήρησης της συγκεκριμένης πειθαρχικής διαδικασίας όπως προβλέπεται στα άρθρα 122 και επόμενα του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα.

Οι πειθαρχικές ποινές, όπως και τα πειθαρχικά παραπτώματα απαριθμούνται περιοριστικά, κατά σειρά βαρύτητας, στον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα (Παράρτημα 2, άρθρο 109 περ. α’ έως η’ ΔΚ) και, κατά πάγια αρχή του πειθαρχικού δικαίου, οι σχετικές διατάξεις δεν επιδέχονται διασταλτική ερμηνεία. Τούτο σημαίνει ότι τα πειθαρχικά όργανα μπορούν να επιβάλουν μόνο τις ποινές που ρητά ορίζονται στο νόμο.

Οι πειθαρχικές ποινές συνιστούν διοικητικές κυρώσεις και ανήκουν ειδικότερα στις υπηρεσιακές κυρώσεις αφού αφορούν τη σχέση που συνδέει τους υπαλλήλους με το Κράτος, ενώ διακρίνονται από τα διοικητικά μέτρα, όπως είναι η αργία, στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω.

γ) Πειθαρχικά όργανα

Τα πειθαρχικά όργανα, όπως τα πειθαρχικά παραπτώματα και οι πειθαρχικές ποινές, απαριθμούνται στον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα περιοριστικά και αποκλειστικά. (Παράρτημα 2, άρθρα 116 και 117 ΔΚ) Τούτο σημαίνει ότι την πειθαρχική εξουσία δεν μπορεί να την ασκήσει άλλο όργανο πέραν αυτών που ρητά ορίζει ο νόμος, η δε σχετική αρμοδιότητα είναι αμεταβίβαστη. Έτσι, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης δεν μπορεί να μεταβιβάσει την εκ του νόμου προερχόμενη πειθαρχική του αρμοδιότητα στον προϊστάμενο του τμήματος, ο οποίος δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πειθαρχικώς προϊσταμένους που ρητά προβλέπονται στο νόμο. Επειδή η πειθαρχική εξουσία δεν ανήκει στο πρόσωπο αλλά στη θέση που αυτό κατέχει, ο νόμιμος αναπληρωτής του πειθαρχικώς προϊσταμένου νομίμως ασκεί την πειθαρχική αρμοδιότητα.

Τα πειθαρχικά όργανα διακρίνονται σε μονομελή και συλλογικά. Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα είναι :

Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων. Ειδικότερα για τους υπαλλήλους της ΓΓΔΕ είναι ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης, ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.

Κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος μπορεί να επιβάλλει την ποινή της έγγραφης επίπληξης, ενώ ανάλογα με την θέση που κατέχουν στην πυραμίδα της ιεραρχίας μπορούν να επιβάλλουν, ως ένα όριο την πειθαρχική ποινή του προστίμου ( Παράρτημα 2, άρθρο 118 ΔΚ). Για παράδειγμα, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης μπορεί να επιβάλλει μέχρι και το % των μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου, ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης μέχρι και τα 2/3 των μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου, ο Γενικός Γραμματέας μέχρι και τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ενώ ο Υπουργός μέχρι και τις αποδοχές τριών (3) μηνών.

Κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος που επιλαμβάνεται μίας υποθέσεως δύναται να την παραπέμψει σε οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο, εφόσον κρίνει ότι το διαπραχθέν πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του. Η περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης από πειθαρχικώς προϊστάμενο μπορεί να φθάσει μέχρι και τον Υπουργό. Αν ο Υπουργός κρίνει ότι το διαπραχθέν πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της δικής του αρμοδιότητας, τότε παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο.

Τα συλλογικά πειθαρχικά όργανα είναι :

i) τα Πειθαρχικά Συμβούλια του οικείου φορέα, τα οποία έχουν γενική πειθαρχική αρμοδιότητα, καθώς παρουσιάζουν μεγαλύτερα εχέγγυα αντικειμενικότητας, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, από την πιο ήπια που είναι η έγγραφη επίπληξη, μέχρι και την αυστηρότερη που είναι η οριστική παύση. Επιλαμβάνονται μίας υποθέσεως σε πρώτο βαθμό κατόπιν παραπομπής από τον Υπουργό και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από άσκηση ένστασης κατά αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων.

ii) το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, το οποίο αποφαίνεται, κατά κανόνα, ύστερα από ένσταση κατά αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων. (Παράρτημα 2, άρθρο 120 ΔΚ)

δ) Πειθαρχική διαδικασία

Η πειθαρχική διαδικασία περιλαμβάνει τόσο τις προπαρασκευαστικές πράξεις πριν την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, όσο και τα στάδια που ακολουθούν μέχρι και την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα. (Παράρτημα 5, Διαγράμματα 1 και 2)

Είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη διαδικασία. Οι πράξεις της πειθαρχικής διαδικασίας εντάσσονται σε δύο στάδια :

i) Το στάδιο της προδικασίας το οποίο εστιάζει στην συγκέντρωση στοιχείων και

ii) Το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης κατά το οποίο εξετάζεται η υπόθεση στην ουσία και εκδίδεται η τελική απόφαση.

Στην προδικασία περιλαμβάνονται οι ακόλουθες ενέργειες :

• Η προκαταρκτική εξέταση που είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων και πληροφοριών με σκοπό τη διαπίστωση ή μη τέλεσης του φερόμενου πειθαρχικού παραπτώματος και τις συνθήκες υπό τις οποίες ατό τελέστηκε. (Παράρτημα 2, άρθρο 125 ΔΚ)

• Η Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.) η οποία διενεργείται κάθε φορά που η Διοίκηση έχει σοβαρές υπόνοιες, δηλ. πληροφορίες αξιόλογες και σημαντικές ή σαφείς ενδείξεις για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις η αρμόδια υπηρεσία δεν μπορεί να το παραβλέψει αλλά οφείλει να διερευνήσει την υπόθεση, υπό τον τύπο της ΕΔΕ, καθώς έτσι διασφαλίζεται και το υπηρεσιακό κύρος αλλά και η προσωπικότητα του υπαλλήλου από αβάσιμες και αναπόδεικτες κατηγορίες ή και φήμες. Σκοπός της ΕΔΕ είναι η συλλογή στοιχείων, βάσει τυπικής διαδικασίας, για τη διαπίστωση της τέλεσης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος, για τον προσδιορισμό των προσώπων που τυχόν ενέχονται και φέρουν ευθύνη και για τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε το πειθαρχικό παράπτωμα. Αποτελεί ανακριτική μέθοδο, διατάσσεται από οποιονδήποτε πειθαρχικώς προϊστάμενο και, κατά ρητή διάταξη, δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης, στοιχείο που την διαφοροποιεί από την πειθαρχική ανάκριση, η οποία διενεργείται μετά την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης. Η ΕΔΕ ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης από αυτόν που την διενεργεί προς τον πειθαρχικώς προϊστάμενο που την διέταξε. Εάν διαπιστωθεί η διάπραξη
πειθαρχικού παραπτώματος ο πειθαρχικώς προϊστάμενος υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη. (Παράρτημα 2, άρθρο 126 ΔΚ)

• Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικά μόνο ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου και όταν κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης. (Παράρτημα 2, άρθρο 127 και επ. ΔΚ)

• Η κλήση σε απολογία: εφόσον ο πειθαρχικώς προϊστάμενος ολοκληρώσει τη διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης και διαπιστώσει διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος καλεί τον υπάλληλο σε απολογία, εάν κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή την οποία μπορεί να επιβάλει ο συγκεκριμένος πειθαρχικώς προϊστάμενος. Διαφορετικά παραπέμπει την υπόθεση στον ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο μέχρι τον Υπουργό. Εάν ο τελευταίος κρίνει ότι το διαπραχθέν πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη και της δικής του αρμοδιότητας παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. (Παράρτημα 2, άρθρο 134 ΔΚ) Αποτελεί απόλυτο ατομικό δικαίωμα του υπαλλήλου, με την έννοια ότι ο υπάλληλος δεν μπορεί να παραιτηθεί από το εν λόγω δικαίωμα. Είναι ουσιώδης τύπος της διαδικασίας και αυτό σημαίνει ότι η τυχόν παράλειψη του σταδίου της απολογίας επάγεται την ακυρότητα της πειθαρχικής απόφασης.

Παρόλα αυτά η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας. Η κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο ή η παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο συνιστά έναρξη της πειθαρχικής δίωξης.

• Η κατάθεση της απολογίας : ο διωκόμενος υπάλληλος, αφού κληθεί σε απολογία, καταθέτει την απολογία του εγγράφως. Ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου δύναται να καταθέσει προφορική συμπληρωματική απολογία. Παρέχεται η δυνατότητα στον πειθαρχικά διωκόμενο υπάλληλο, προτού καταθέσει την απολογία του να ζητήσει να λάβει γνώση και αντίγραφα του φακέλου της υπόθεσης.

Επίσης έχει το δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλλει, ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου που τον κάλεσε, έγγραφα στοιχεία. (Παράρτημα 2, άρθρο 135 ΔΚ)

Στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης περιλαμβάνονται οι ακόλουθες ενέργειες:

• Η εκτίμηση των αποδείξεων και η έκδοση της πειθαρχικής απόφασης:

α) όταν η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του πειθαρχικώς προϊσταμένου, μετά την κατάθεση της απολογίας του υπαλλήλου, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος, που πλέον ενεργεί ως πειθαρχικώς δικαστής, προβαίνει στην εκτίμηση των αποδείξεων (Παράρτημα 2, άρθρο 139 ΔΚ) και αφού μορφώσει άποψη τόσο για την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, όσο και για την ύπαρξη της υπαιτιότητας και του καταλογισμού του υπαλλήλου, εκδίδει την πειθαρχική απόφαση, η οποία είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική του ευθύνη είτε επιβάλει, κατά την κρίση του, ανάλογη ποινή εντός των πλαισίων της αρμοδιότητάς του.

β) Όταν η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο ο πρόεδρος του συμβουλίου, με πράξη του ορίζει τόπο, ημέρα και ώρα συνεδρίασης και την κοινοποιεί στον διωκόμενο υπάλληλο. Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να παρασταθεί ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου είτε αυτοπροσώπως, είτε διά είτε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου. Μετά την ακρόαση του υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο εκτιμά το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και αποφαίνεται περί της ενοχής ή μη του υπαλλήλου εκδίδοντας τη σχετική πειθαρχική απόφαση. Η απόφαση αυτή είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη, είτε τον κρίνει ένοχο και του επιβάλλει πειθαρχική ποινή. (Παράρτημα 2, άρθρα 136 και 140 ΔΚ)

Η πειθαρχική απόφαση φέρει πάντοτε τον έγγραφο τύπο και πρέπει να μνημονεύει απαραιτήτως, την αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, το ονοματεπώνυμο του κρινόμενου υπαλλήλου, την υποβολή ή μη απολογίας, τη γνώμη των μελών που τυχόν μειοψήφησαν. Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται στον υπάλληλο όπως και στα όργανα της διοίκησης που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Ιδιαίτερα στον υπάλληλο, του γνωστοποιούνται επιπλέον τα ένδικα μέσα με τα οποία δύναται να προσβάλει την πειθαρχική απόφαση κατά περίπτωση, δηλαδή ένσταση ή προσφυγή καθώς και η σχετική προθεσμία ασκήσεώς τους. (Παράρτημα 2, άρθρο 140 ΔΚ)

ε) Διοικητικά μέτρα και πειθαρχική διαδικασία

Η ενεργοποίηση της πειθαρχικής ευθύνης των υπαλλήλων συνεπάγεται, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, τη λήψη διοικητικών μέτρων σε βάρος τους, πέραν της κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας.

• Έτσι, όταν ένας υπάλληλος παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο για συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα ( Παράρτημα 2, άρθρο 107 παρ. 1 περ. α’, γ’, δ’, ε’, θ’, ι’, ιδ’, ιη’, κγ’, κδ’, κζ’, κθ’ και λγ’ ΔΚ) τίθεται αυτόματα σε αυτοδίκαιη αργία (άρθρο 103 του ΔΚ όπως τροποποιήθηκε και ισχύει) από την ημερομηνία κοινοποίησης του παραπεμπτηρίου εγγράφου.

• Ομοίως, όταν σε βάρος του υπαλλήλου επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία από την ημερομηνία που θα του κοινοποιηθεί η σχετική πειθαρχική απόφαση.

• Εκτός από τις δυο αυτές περιπτώσεις όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία, προβλέπεται η δυνατότητα θέσης του υπαλλήλου σε δυνητική αργία εφόσον παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο για ένα από τα λοιπά πειθαρχικά παραπτώματα, πέραν αυτών που τον θέτουν σε αυτοδίκαιη αργία. Στην περίπτωση της δυνητικής αργίας η διοίκηση λειτουργεί δυνητικά, και όχι υποχρεωτικά όπως συμβαίνει με την αυτοδίκαιη αργία, οπότε προηγείται γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, όπου καλείται ο υπάλληλος σε προηγούμενη ακρόαση.

Σημειώνεται ότι πέραν των προαναφερομένων προϋποθέσεων όπου ο υπάλληλος τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας, υπάρχουν και τρεις επιπλέον αντίστοιχες περιπτώσεις οι οποίες ρητά αναφέρονται κατωτέρω, στο κεφάλαιο της ποινικής ευθύνης.

• Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αργία διαφοροποιείται από τις πειθαρχικές ποινές, αποτελεί εξαιρετικό διοικητικό μέτρο προσωρινού χαρακτήρα, το οποίο συνεπάγεται την, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, διακοπή της ενεργού άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου και δεν επιφέρει λύση της υπαλληλικής του σχέσης.

στ) Ένδικα βοηθήματα κατά των πειθαρχικών αποφάσεων

Τα ένδικα βοηθήματα τα οποία δύναται ο υπάλληλος να ασκήσει κατά πειθαρχικών αποφάσεων είναι, κατά βάση, δύο: η ένσταση και η προσφυγή. Η ένσταση ασκείται ενώπιον διοικητικών οργάνων, ενώ η προσφυγή ενώπιον δικαστηρίων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να ζητήσει επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας.

i) Ένσταση

• Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων (μονομελή πειθαρχικά όργανα), πλην του Υπουργού, υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμοδίου πειθαρχικού συμβουλίου. Ο τιμωρηθείς υπάλληλος δύναται να ασκήσει ένσταση κατά της καταδικαστικής απόφασης ανεξαρτήτως του ύψους της ποινής. Πλην του υπαλλήλου, ένσταση δύναται να ασκήσει α) κάθε ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος και β) ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ακόμη και στην περίπτωση της αθωωτικής απόφασης. Η ένσταση ασκείται εντός
αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της σχετικής απόφασης. (Παράρτημα 2, άρθρο 141 ΔΚ).

• Οι αποφάσεις του πειθαρχικού συμβουλίου (συλλογικά πειθαρχικά όργανα) υπόκεινται σε ένσταση, ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε, μόνο στις περιπτώσεις επιβολής της πειθαρχικής ποινής του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών και άνω, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης. Όταν η επιβληθείσα ποινή είναι πρόστιμο αποδοχών από ένα (1) μήνα έως τέσσερις (4) μήνες τότε το δικαίωμα του υπαλλήλου να ασκήσει ένσταση γεννάται μόνο εφόσον κατά της απόφασης έχει ασκηθεί ένσταση υπέρ της διοίκησης. Και σ αυτή την περίπτωση η προθεσμία άσκησης της ένστασης είναι είκοσι (20) ημέρες. Σημειωτέον ότι όλες οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκειται σε ένσταση υπέρ της διοίκησης. (Παράρτημα 2, άρθρο 141 ΔΚ).

• Όταν η ένσταση ασκείται μόνο από τον υπάλληλο ή υπέρ του, τα πειθαρχικά συμβούλια και το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο δεν μπορούν να χειροτερεύσουν τη θέση του υπαλλήλου, δηλ. δεν μπορούν να του επιβάλουν αυστηρότερη ποινή. Όταν ασκείται ένσταση και από τον υπάλληλο και από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο ή από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης υπέρ της διοίκησης, το πειθαρχικό συμβούλιο ή το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να κρίνουν ελευθέρως δηλ. να επιβάλουν είτε βαρύτερη είτε ελαφρότερη ποινή. (Παράρτημα 2, άρθρο 141 ΔΚ).

ii) Προσφυγή

Οι υπάλληλοι μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου στις ακόλουθες περιπτώσεις:

• κατά των αποφάσεων του Υπουργού,

• κατά των αποφάσεων του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, πλην της έγγραφης επίπληξης, του προστίμου αποδοχών έως ενός μηνός, του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης.

• κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν την πειθαρχική ποινή του προστίμου αποδοχών από ένα (1) έως τέσσερις (4) μήνες, εφόσον δεν ασκήθηκε ένσταση υπέρ της διοίκησης. (Παράρτημα 2, άρθρο 142 ΔΚ)

Οι υπάλληλοι μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στις
ακόλουθες περιπτώσεις:

• κατά αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων που επιβάλλουν τις ποινές της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. (Παράρτημα 2, άρθρο 141 παρ. 8 ΔΚ, όπως προστέθηκε με τις διατάξεις του ν. 4152/2013)

• Κατά αποφάσεων του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν τις ποινές της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. (Παράρτημα 2, άρθρο 142 ΔΚ)

Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης. ( άρθρο 41 του Π.Δ. 18/1989 και άρθρο 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας)

Το Διοικητικό Εφετείο και το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κρίνουν μετά από προσφυγή του υπαλλήλου, δεν μπορούν να χειροτερεύσουν τη θέση του.

Κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε ότι, πέραν των ανωτέρω δύο βασικών ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας, στα πλαίσια απονομής του πειθαρχικού δικαίου, οι υπάλληλοι μπορούν να προσβάλουν, ενώπιον του διοικητικού εφετείου, με το γενικό ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης, όλες τις διοικητικές πράξεις που εκδίδονται προκειμένου να εκτελεστεί μία πειθαρχική απόφαση.

iii) Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας

Πέραν των ανωτέρω, ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε, καθώς και τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας (Παράρτημα 2, άρθρα 114 και 143 ΔΚ).

• Ο τιμωρηθείς υπάλληλος μπορεί να ζητήσει την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, εάν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία του είχε επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά.

• Τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα μπορούν να ζητήσουν την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση απαλλακτικής πειθαρχικής απόφασης ή απόφασης που επιβάλλει ποινή κατώτερη της οριστικής παύσης, εκδοθεί για τα ίδια πραγματικά περιστατικά αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση.

• Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας μπορεί να ζητηθεί τόσο από τον υπάλληλο όσο και από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης, κατά περίπτωση.

ΙΙ. ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

1. Παράλληλα με την πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων της ΓΓΔΕ είναι δυνατόν να συντρέχει και η ποινική τους ευθύνη, όταν μία πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων συνιστά παράβαση διατάξεων του ποινικού δικαίου και συγκεκριμένα όταν εμπίπτει στην έννοια του ποινικού αδικήματος.

2. Οι υπάλληλοι υπέχουν ιδιαίτερη ποινική ευθύνη το πλαίσιο της οποίας καθορίζεται τόσο από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα από τα άρθρα 235 έως 263α στα οποία προβλέπονται όλα τα αδικήματα σχετικά με την υπηρεσία και προϋποθέτουν την υπαλληλική ιδιότητα του δράστη, όσο και από ειδικές διατάξεις.

3. Η ποινική ευθύνη διαφοροποιείται σε σχέση με την πειθαρχική ευθύνη ως προς τα τρία κύρια χαρακτηριστικά τους: α) τον σκοπό που επιδιώκουν, β) τη φύση των κυρώσεων και γ) την διαδικασία με την οποία επιβάλλονται:

α) σκοπός του πειθαρχικού κολασμού είναι η επιδίωξη της καλής λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, η διασφάλιση της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και εν τέλει η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, μέσω της συμμόρφωσης των υπαλλήλων προς τα καθήκοντά τους. Ενώ σκοπός του ποινικού κολασμού είναι η εξασφάλιση της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και η προστασία της κοινωνίας από παραβατικές συμπεριφορές των πολιτών της, μέσω της τήρησης των επιταγών ποινικών νόμων από όλα τα μέλη της κοινωνίας.

β) οι πειθαρχικές κυρώσεις είναι διοικητικής φύσεως, αναφέρονται αποκλειστικά στην ειδική σχέση του υπαλλήλου με το κράτος και επιβάλλονται με πειθαρχικές αποφάσεις, οι οποίες είναι διοικητικές πράξεις, ενώ οι ποινικές κυρώσεις επιβάλλονται με δικαστικές αποφάσεις και ανήκουν στη σφαίρα της δικαστικής εξουσίας.

γ) η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων αποτελεί άσκηση διοικητικής αρμοδιότητας και διενεργείται από τα πειθαρχικά όργανα, ενώ η επιβολή των ποινικών κυρώσεων γίνεται από τα δικαστήρια με δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας.

α) Σχέση πειθαρχικής και ποινικής ευθύνης

Σύμφωνα με το άρθρο 114 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική δίκη. Το αυτοτελές σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται με την ποινική δίκη και το ανεξάρτητο ότι, κατ’ αρχάς, δεν επηρεάζεται από τις συνέπειες της ποινικής δίκης.

Ωστόσο υπάρχει ένας βαθμός αλληλεξάρτησης μεταξύ των δύο διαδικασιών:

• Όταν η αποδιδόμενη στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη συνιστά ταυτόχρονα την αντικειμενική υπόσταση ενός πειθαρχικού παραπτώματος και ενός ποινικού αδικήματος, στοιχειοθετεί δηλ. και πειθαρχική και ποινική ευθύνη του υπαλλήλου, τότε ξεκινούν δύο παράλληλες διαδικασίες, η πειθαρχική και η ποινική. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση δωροδοκίας υπαλλήλου η οποία εκτός από ποινικό αδίκημα, πειθαρχικά αποδίδεται με τα παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα και της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς υπαλλήλου. Ωστόσο οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετικές συνέπειες και επισύρουν δύο διαφορετικές κυρώσεις.

• Στην περίπτωση αυτή όπου τα πραγματικά περιστατικά ενός πειθαρχικού παραπτώματος στοιχειοθετούν και την αντικειμενική υπόσταση ενός ποινικού αδικήματος, οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι υποχρεούνται να ενημερώσουν, χωρίς καθυστέρηση, μέσω μηνυτήριας αναφοράς, τον αρμόδιο εισαγγελέα για τη διάπραξη του φερόμενου ως πειθαρχικού παραπτώματος. (Παράρτημα 3, άρθρο 37 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – ΚΠοινΔ)

• Αντίστοιχη υποχρέωση υφίσταται και ως προς τις δικαστικές αρχές οι οποίες οφείλουν να ενημερώσουν τη διοίκηση σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος ενός υπαλλήλου. (άρθρο 114 του ΔΚ)

• Οι βασικές αρχές που ισχύουν στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία εφαρμόζονται αναλόγως και στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, όπως για παράδειγμα η αρχή “non bis in idem” , δηλ. μη διπλή καταδικαστική απόφαση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και το τεκμήριο της αθωότητας.

• Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από προηγούμενη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου αναφορικά με τα στοιχεία που καταφάσκονται στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.7 Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι εάν ένας υπάλληλος έχει κριθεί αθώος από κάποιο ποινικό δικαστήριο, το πειθαρχικό όργανο δεν μπορεί να τον κρίνει ένοχο για τα ίδια πραγματικά περιστατικά καθότι το όργανο δεσμεύεται από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.

• Παρότι η ποινική ευθύνη διαφοροποιείται από την πειθαρχική αξίζει να αναφερθεί ότι οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα εισήγαγαν νέες ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες8 η αρμόδια δικαστική αρχή οφείλει να ενημερώνει την υπηρεσία του υπαλλήλου σε κάθε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του, έκδοσης βουλεύματος ή απόφασης, καθώς και εγκλεισμού του σε σωφρονιστικό κατάστημα, τα δε αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν εντός είκοσι (20) ημερών να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης. Σύμφωνα λοιπόν με τις ανωτέρω διατάξεις, πολύ συχνά, η ποινική δίωξη είναι δυνατόν να οδηγεί και σε πειθαρχική δίωξη.

β) Ποινικά αδικήματα

Τα βασικότερα από τα ποινικά αδικήματα για τα οποία μπορεί να κατηγορηθούν οι υπάλληλοι της ΓΓΔΕ, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, είναι τα εξής:

• παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) ),
• κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 239 του ΠΚ),
• διάπραξη παραβάσεων κατά την εκτέλεση των ποινών (άρθρο 240 του ΠΚ),
• παραβίαση του οικιακού ασύλου (άρθρο 241 του ΠΚ),
• ψευδής βεβαίωση, νόθευση, καταστροφή ή υπεξαγωγή εγγράφου (άρθρο 242 του ΠΚ),
• παράλειψη βεβαίωσης ταυτότητας του προσώπου που αναφέρεται στο έγγραφο από τον συντάκτη αυτού (άρθρο 243 του ΠΚ),
• καταπίεση (άρθρο 244 του ΠΚ),
• παραβίαση του υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρο 252 του ΠΚ),
• αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης (άρθρο 254 του ΠΚ),
• αθέμιτη συμμετοχή (άρθρο 255 του ΠΚ),
• απιστία στην υπηρεσία (άρθρο 256 του ΠΚ),
• εκμετάλλευση εμπιστευμένων εγγράφων (άρθρο 257 του ΠΚ),
• υπεξαίρεση (άρθρο 258 του ΠΚ),
• παρότρυνση υφισταμένων και ανοχή (άρθρο 261 του ΠΚ),
• παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 του ΠΚ).

Ειδικότερα ως προς την διάταξη του άρθρου 259 θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ως γενικότερη διάταξη που περιγράφει την παράβαση καθήκοντος, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση κάποιου άλλου από τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα.

Επίσης, ποινική ευθύνη των υπαλλήλων ενδέχεται να προκύψει και λόγω παράβασης των διατάξεων του κοινού ποινικού δικαίου οι οποίες είναι εφαρμοστέες σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα δηλαδή από την ιδιότητά τους ως δημοσίων υπαλλήλων. Τέτοια περίπτωση είναι η διάπραξη του κοινού ποινικού αδικήματος της εκβίασης (άρθρο 385 ΠΚ) ή της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ).

Πέραν των ανωτέρω γενικών διατάξεων, υπάρχει επίσης ένα σύνολο ειδικών διατάξεων που προβλέπουν τόσο ειδικά ποινικά αδικήματα όσο και ποινικές κυρώσεις σε βάρος των δημοσίων υπαλλήλων, εφόσον έχουν διαπράξει ένα από τα εν λόγω αδικήματα σε βάρος του Δημοσίου. Ως επί παραδείγματι, η διάταξη του άρθρου 159 του ν. 2960/2001 Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας (ΕΤΚ) (Παράρτημα 3), προβλέπει το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 προβλέπει ότι εάν η ζημία που προκλήθηκε στο Δημόσιο από δημόσιο υπάλληλο υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο ποσό, η πράξη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος.

Επίσης, ο ν. 3213/2003 αποτελεί παράδειγμα ειδικής διάταξης σύμφωνα με την οποία γεννάται ποινική ευθύνη ειδικών κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων σχετικά με την παράβαση της υποχρέωσης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης.

4. Ακολούθως παραθέτουμε παραδείγματα πράξεων ή παραλείψεων υπαλλήλων οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί από τα αρμόδια όργανα της ποινικής δικαιοσύνης, ως ποινικά αδικήματα:

• Υπάλληλος ΔΟΥ κρίθηκε ένοχος δωροληψίας επειδή πρότεινε να λάβει χρήματα με σκοπό να μην καταχωρίσει φορολογική παράβαση κατά εταιρείας που είχε υποβληθεί σε έλεγχο για τη μη έκδοση απόδειξης πώλησης αγαθών. Η ποινή που επιβλήθηκε ήταν δέκα (10) μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή.9

• Υπάλληλος ΔΟΥ κρίθηκε ένοχος πλαστογραφίας διότι έλαβε το ποσό 1.050.000 δρχ. από φορολογούμενο χωρίς να καταχωρίσει το ποσό στο TAXIS ή στο σχετικό μητρώο του φορολογούμενου, ενώ εξέδωσε διπλότυπο είσπραξης, το οποίο δεν αποτελούσε νόμιμο αποδεικτικό μέσο πληρωμής στο οποίο τίθεται η υπογραφή και η σφραγίδα ταμία της ΔΟΥ.10

• Υπάλληλος ΔΟΥ κρίθηκε ένοχος υπεξαίρεσης διότι εισέπραξε μερική καταβολή οφειλής από φορολογούμενο χωρίς να την καταχωρίσει στο σχετικό μητρώο του φορολογούμενου, ενώ παρακράτησε το σχετικό ποσό για τον εαυτό του.11

• Υπάλληλοι ΔΟΥ κρίθηκαν ένοχοι ο ένας για απόπειρα εκβίασης κατ’ επάγγελμα και παθητική δωροδοκία και ο άλλος για απλή συνέργεια στις ανωτέρω πράξεις επειδή εκβίαζαν επιχειρηματία κατά τον έλεγχο της επιχείρησης να τους δώσει χρηματικό ποσό, το οποίο και έλαβαν, προκειμένου να μην του καταλογίσουν φορολογικές παραβάσεις που διαπίστωσαν. Η ποινή που τους επιβλήθηκε ήταν έξι (6) χρόνια κάθειρξη και αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για τρία (3) έτη.

• Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος υπαλλήλου της φορολογικής διοίκησης γιατί παραβίασε τις διατάξεις περί φορολογικού απορρήτου. (άρθρο 85 του ν. 2238/1994)

• Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος υπαλλήλου της ΔΟΥ γιατί εκβίασε επιχειρηματία απειλώντας με βλάβη την επιχείρηση του εξαναγκαζόμενου.

• Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος υπαλλήλου μίας ΔΟΥ επειδή ζήτησε και έλαβε δώρο από επιχειρηματία προκειμένου να μην του καταλογίσει διαπιστωθείσες παραβάσεις, το δε αθέμιτο όφελος από την πράξη του αυτή κρίθηκε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

5. Αναφορικά με την δυνατότητα υποβολής μήνυσης κατά δημοσίου υπαλλήλου, ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέα, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

• Η κατάθεση αναφοράς ή μήνυσης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή σε ανακριτικό υπάλληλο είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη που βάσιμα θεωρεί ότι αδικήθηκε. Ωστόσο, αυτός που την καταθέτει θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του επαρκή και ικανά αποδεικτικά στοιχεία για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που περιγράφονται ανωτέρω, διαφορετικά η υπόθεση θα τεθεί στο αρχείο. (Παράρτημα 3, άρθρο 42 του Κ ΠοινΔ)

• Η υποβολή μήνυσης ή αναφοράς από πολίτη σε βάρος υπαλλήλου δεν συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση και άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του. Συγκεκριμένα, ο εισαγγελέας πριν ασκήσει την ποινική δίωξη εξετάζει εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη στοιχειοθέτηση του καταγγελλόμενου ποινικού αδικήματος και ανάλογα ενεργεί.

• Στην περίπτωση όπου η μήνυση ή αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προδήλως αβάσιμη ως προς την ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας θέτει την υπόθεση στο αρχείο και δεν ασκεί την ποινική δίωξη. (Παράρτημα 3, άρθρο 43 του ΚΠοινΔ)

• Σε διαφορετική περίπτωση παραγγέλλει προανάκριση ή ανάκριση και εάν δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, η μήνυση τίθεται επίσης στο αρχείο. (Παράρτημα 3, άρθρο 43 του ΚΠοινΔ)

• Ο εισαγγελέας ασκεί την ποινική δίωξη μόνον στην περίπτωση όπου υπάρχουν επαρκείς ή και σαφείς ενδείξεις για την στοιχειοθέτηση διάπραξης του καταγγελλόμενου ποινικού αδικήματος.

γ) Διοικητικά μέτρα και ποινική διαδικασία

Η ενεργοποίηση της ποινικής ευθύνης των υπαλλήλων συνεπάγεται, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, τη λήψη διοικητικών μέτρων σε βάρος τους, πέραν της κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας.

• Έτσι, όταν ένας υπάλληλος στερείται την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης, τίθεται αυτόματα σε αυτοδίκαιη αργία.

• Ομοίως, όταν σε βάρος του υπαλλήλου εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια αρθεί η προσωρινή του κράτηση ή αντικατασταθεί με περιοριστικούς όρους τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία.

• Επίσης, τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία ο υπάλληλος που παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα ή για τα αδικήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. (άρθρο 103 του ΔΚ όπως τροποποιήθηκε και ισχύει)

• Εκτός από τις τρεις αυτές περιπτώσεις, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία ένεκα της ποινικής διαδικασίας, προβλέπεται η δυνατότητα θέσης του υπαλλήλου σε δυνητική αργία εφόσον έχει παραπεμφθεί αμετακλήτως με την ιδιότητα του μέλους υπηρεσιακού συμβουλίου και συλλογικού οργάνου εν γένει, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της απιστίας περί την υπηρεσία.

• Ομοίως προβλέπεται η θέση του υπαλλήλου σε δυνητική αργία εφόσον έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για λαθρεμπορία. (Παράρτημα 3, άρθρο 159 παρ. 1 ν. 2960/2001)

Βέβαια στην περίπτωση της δυνητικής αργίας η διοίκηση λειτουργεί δυνητικά, και όχι υποχρεωτικά όπως συμβαίνει με την αυτοδίκαιη αργία, οπότε προηγείται γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, όπου καλείται ο υπάλληλος σε προηγούμενη ακρόαση.

• Πέραν των ανωτέρω διοικητικών μέτρων που προβλέπονται στον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα και ισχύουν για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, ειδικά και μόνο για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, τυγχάνουν εφαρμογής δύο επιπλέον ειδικές διατάξεις σχετικά με τη θέση των υπαλλήλων σε υποχρεωτική αργία. Συγκεκριμένα :

α) υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών που παραπέμπεται στο ακροατήριο ποινικού δικαστηρίου για το αδίκημα της δωροδοκίας τίθεται υποχρεωτικώς σε αργία μέχρι εκδόσεως αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, λαμβάνοντας το % των αποδοχών του. (Παράρτημα 3, άρθρο 56 παρ. 1 ν. 2065/1992)

β) Ομοίως, εάν υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών παραπεμφθεί στο ακροατήριο ποινικού δικαστηρίου για τα αδικήματα της λαθρεμπορίας, της συμμετοχής ή της συνέργειας σε αυτή, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, τίθεται σε υποχρεωτική αργία και λαμβάνει το % των αποδοχών του. (Παράρτημα 3, άρθρο 159 παρ. 1 ν. 2960/2001)

δ) Νομική Υπεράσπιση Υπαλλήλων

Με στόχο την προστασία των υπαλλήλων από ποινικές διώξεις που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους, παρέχεται η δυνατότητα της νομικής τους υποστήριξης, ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, από λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. (Παράρτημα 3, άρθρο 24 παρ. 5.α. ν. 4002/2011)

Η εν λόγω νομική υποστήριξη χορηγείται στους υπαλλήλους της ΓΓΔΕ, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, όπως προβλέπονται στη σχετική διάταξη του ν. 4002/2011:

• Η πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου να συνιστά ποινικό αδίκημα, δηλαδή η χορήγηση γίνεται μόνο για ποινικές διαδικασίες και όχι για αστικές ή πειθαρχικές,

• το ποινικό αδίκημα που αποδίδεται στον υπάλληλο να σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του,

• ο εισαγγελέας να έχει ασκήσει την ποινική δίωξη. Η νομική υπεράσπιση καλύπτει μάλιστα οποιαδήποτε πράξη της προανακριτικής διαδικασίας, εφόσον έπεται της άσκησης της ποινικής δίωξης,

• από την διενεργηθείσα ένορκη διοικητική εξέταση να μην διαπιστώθηκε η τέλεση οποιουδήποτε πειθαρχικού παραπτώματος, σχετικού με την πράξη για την οποία διώκεται ο υπάλληλος ποινικά,

• ο υπάλληλος να μην εκπροσωπείται από άλλο δικηγόρο.
Επισημαίνουμε ότι ο υπάλληλος στερείται της νομικής αυτής κάλυψης στην περίπτωση κατά την οποία η άσκηση της ποινικής δίωξης εναντίον του προήλθε μετά από καταγγελία της ίδιας της υπηρεσίας.

III. ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

1. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η αστική ευθύνη των υπαλλήλων σχετίζεται με την αποκατάσταση τυχόν ζημίας που προξένησαν με πράξη ή παράλειψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

2. Κατ’ αρχήν οι υπάλληλοι δεν υπέχουν άμεση αστική ευθύνη απέναντι στους πολίτες για τυχόν ζημία που τους προξένησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ευθύνη των υπαλλήλων είναι μόνον έμμεση, δηλαδή το Δημόσιο δύναται, αφού αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε σε πολίτη από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλων του, να αναχθεί στη συνέχεια κατά αυτών των υπαλλήλων.

α) Άμεση αστική ευθύνη του Δημοσίου

1. Σε περίπτωση που ένας υπάλληλος προξενήσει ζημία στους πολίτες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, οι πολίτες δύνανται να αιτηθούν την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας με την άσκηση αγωγής αποζημίωσης, η οποία θα στρέφεται κατά του Δημοσίου.

2. Το Δημόσιο είναι αστικώς υπεύθυνο απέναντι στους πολίτες, για ζημία που προκαλείται από τα όργανά του, βάσει των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

β) Αστική ευθύνη του υπαλλήλου έναντι του Δημοσίου

1. Βάσει του άρθρου 38 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα και του άρθρου 68 του ν. 4129/2013 «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο», οι υπάλληλοι υπέχουν αστική ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τυχόν ζημία που προκαλείται σε αυτό, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια.

2. Ομοίως, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, οι υπάλληλοι υπέχουν αστική ευθύνη για την αποζημίωση που κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. (Παράρτημα 4, άρθρο 38 ΔΚ)

3. Άμεση συνέπεια της στοιχειοθέτησης της αστικής ευθύνης των υπαλλήλων είναι ότι υποχρεούνται να επιστρέψουν στο Δημόσιο το ποσό της ζημίας που προξένησαν σε βάρος του.

γ) Εξαιρετικές περιπτώσεις άμεσης αστικής ευθύνης υπαλλήλων έναντι των πολιτών

Μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν οι υπάλληλοι να υπέχουν άμεση αστική ευθύνη έναντι των πολιτών και επομένως οι πολίτες δύνανται να ασκήσουν άμεση αγωγή αποζημίωσης σε βάρος τους για τη ζημία που υπέστησαν, ειδικότερα υφίσταται προσωπική αστική ευθύνη υπαλλήλων :

• Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 50 του π.δ. 18/1989) ή του Διοικητικού Εφετείου (Άρθρο 198 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας),

• Σε περίπτωση που έχουν διαπράξει πράξεις διαφθοράς ή έχουν παραλείψει να λάβουν μέτρα προκειμένου να αποτρέψουν πράξεις διαφθοράς (άρθρο 4 του ν. 2957/2001).

δ) Προσωπική ευθύνη για τη διαχείριση χρημάτων – δημόσιοι υπόλογοι

1. Οι υπάλληλοι της ΓΓΔΕ που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση χρημάτων ή τίτλων που ενσωματώνουν απαιτήσεις του Δημοσίου (δημόσιοι υπόλογοι), υπέχουν ιδιαίτερη ευθύνη κατά την εκτέλεση των διαχειριστικών τους καθηκόντων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι ευθύνονται, έναντι του Δημοσίου, με την προσωπική τους περιουσία, σε περίπτωση ελλείμματος ή αχρεώστητης καταβολής ποσών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η προσωπική αυτή ευθύνη των δημοσίων υπολόγων προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 152 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – Δημόσιο Λογιστικό και άλλες διατάξεις.» (Παράρτημα 4)

2. Το οποιοδήποτε έλλειμμα πρέπει να αναπληρωθεί από τον δημόσιο υπόλογο εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών, διαφορετικά απομακρύνεται από τη διαχείριση αμέσως και ταυτόχρονα καταλογίζεται σε βάρος του το ποσό του διαπιστωθέντος ελλείμματος το οποίο βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

3. Όταν η δημιουργία του ελλείμματος οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του δημοσίου υπολόγου τότε ευθύνεται και πειθαρχικά.

4. Στην περίπτωση που το έλλειμμα δεν δημιουργήθηκε από δόλο ή βαρεία αμέλεια του δημοσίου υπολόγου τότε το αρμόδιο για τον καταλογισμό όργανο μπορεί να εγκρίνει την τμηματική καταβολή του ελλείμματος μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. (Παράρτημα 4, άρθρο 152 παρ. 5 ν. 4270/2014)

5. Το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί της ευθύνης των δημοσίων υπολόγων περιορίζεται συνεχώς καθώς μεγάλο μέρος των πληρωμών (φόροι, δασμοί κλπ) πραγματοποιείται μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή ταχυδρομείων.

1 Για λόγους συντομίας εφεξής θα αναφέρεται ως Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας (ΔΚ).
2 Απόφαση 1383/2010 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
3 Απόφαση 62/2013 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
4 Απόφαση 1852/2005 του Συμβουλίου Επικρατείας.
5 Απόφαση 1020/2010 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
6 Απόφαση 770/2013 του Συμβουλίου Επικρατείας.
7 Σχετική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, υπόθεση «Β. Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος».
8 Άρθρο 114 παρ. 6 του ν. 3528/2007 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 19 του ν. 4210/2014.
9 Απόφαση 10.162/2001 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
10 Απόφαση 1558/2009 του Αρείου Πάγου.
11 Απόφαση 1558/2009 του Αρείου Πάγου.

Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ