Με την κλίμακα μισθωτών θα φορολογηθούν τα τεκμήρια ανέργου που έχει εισόδημα από τόκους καταθέσεων και με την προσκόμιση αποδείξεων πιθανότατα δεν θα πληρώσει φόρο

Δυστυχώς πολλά ΜΜΕ αναπαράγουν ειδήσεις που στηρίζονται σε λανθασμένη πληροφόρηση είτε από άγνοια είτε από πρόθεση δημιουργίας αρνητικού κλίματος κατά της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας. Πρόσφατο τέτοιο δείγμα (μετά από 1,5 χρόνο ισχύος του Ν.4172/2013) είναι η “ανακάλυψη” του τρόπου φορολόγησης των ανέργων που έχουν πενιχρά εισοδήματα από τόκους καταθέσεων και ταυτόχρονα έχουν κι ένα αυτοκίνητο ή ένα μικρό σπίτι, κ.λπ. 

Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ορισμένοι ότι αν ένας μακροχρόνια άνεργος δηλώνει πολύ μικρά εισοδήματα από τόκους καταθέσεων και κανένα άλλο εισόδημα, αλλά ταυτόχρονα έχει και κάποια αντικειμενική δαπάνη, τότε θα φορολογηθεί αφενός μεν, βάσει αντικειμενικών δαπανών -εφόσον βέβαια δεν προβεί σε ανάλωση κεφαλαίου-, αφετέρου δε, θα εφαρμοστεί ο συντελεστής 26% επί του τεκμαρτού εισοδήματος. Αυτό όμως είναι πέρα για πέρα λανθασμένο και θα εξηγήσω ευθύς αμέσως τους λόγους.


ΙΙ. Ισχύον καθεστώς και διατάξεις

i. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 4172/2013, ισχύουν τα ακόλουθα:

Άρθρο 34. Διαφορά εισοδήματος και υπολογισμός του φόρου αυτής
1. Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού εισοδήματος κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 30, η οποία προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα, προσδιορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση κατά το ίδιο φορολογικό έτος σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους και φορολογείται:
α) σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 15 εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από μισθωτή εργασία ή/και συντάξεις ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή
β) σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 29, εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από επιχειρηματική δραστηριότητα ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του δεν προκύπτει από μισθωτή εργασία και συντάξεις.
γ) σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 29, εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από ατομική αγροτική επιχείρηση ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από ατομική αγροτική επιχείρηση.
δ) σύμφωνα με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, εφόσον ο φορολογούμενος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο. Α. Ε.Δ).

ii. Ποια είναι η κλίμακα της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013

Άρθρο 15. Φορολογικός συντελεστής

1. Το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Φορολογητέο εισόδημα (Ευρώ) Φορολογικός συντελεστής (%)
< 25.000 22%
25.000,01 έως και 42.000 32%
> 42.000 42%

ΙΙΙ. Συμπεράσματα

Με βάση τα ανωτέρω, αν ένας μακροχρόνια άνεργος φορολογηθεί βάσει αντικειμενικών δαπανών, τότε για το εισόδημα που δεν μπορεί να καλύψει θα φορολογηθεί με βάση την κλίμακα των μισθωτών και όχι με βάση αυτή των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα.

ΙV. Παράδειγμα

Έστω ένας μακροχρόνια άνεργος -εγγεγραμμένος στα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ.-, που δεν διαθέτει κανένα εισόδημα παρά μόνο ένα μικρό ποσό από τόκους καταθέσεων της τάξεως των 2 ευρώ. Διαμένει σε ένα σπίτι 40 τ.μ. με αντικειμενική δαπάνη 1.600 ευρώ. Το τελικό ποσό των αντικειμενικών δαπανών του ανέρχεται στα 4.600,00 ευρώ, αφού θα προστεθεί και το ποσό της ελάχιστης αντικειμενικής δαπάνης των 3.000,00 (1.600 + 3.000 = 4.600).

Ο ανωτέρω φορολογούμενος θα φορολογηθεί βάσει της κλίμακας του άρθρου 15 παρ.1 (σαν μισθωτός), οπότε αν αναγράψει και τον απαραίτητο αριθμό αποδείξεων δαπανών, τότε δεν θα έχει καμία φορολογική επιβάρυνση για το φορολογικό έτος 2014. Συνεπώς, τα δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι θα έχει εφαρμογή ο συντελεστής 26% στην ανωτέρω περίπτωση είναι λανθασμένα ως προς το κομμάτι αυτό.


V. Επίλογος

Μέσω του σημερινού σχολιασμού, θέλω να σημειώσω ότι ουδείς δεν είναι αλάνθαστος. Όμως, όταν ένα λάθος είναι επαναλαμβανόμενο και δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις στον φορολογούμενο πολίτη δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο, γιατί εγείρει υποψίες για μονόπλευρη παρουσίαση, για κακοπροαίρετη κριτική ή για εσκεμμένη διαστρέβλωση. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να κρίνει τους νόμους ή τις αποφάσεις της Διοίκησης, όμως πρέπει να ασκείται κριτική έχοντας τις ορθές παραδοχές. Για το θέμα γενικότερα της εφαρμογής των τεκμηρίων, τόσο η άποψή μου όσο και η άποψη της Πανενελλήνιας Ομοσπονδίας Φοροτεχνικών Ελευθέρων Επαγγελματιών (Π.Ο.Φ.Ε.Ε.) είναι ότι πρέπει να καταργηθούν άμεσα, διότι έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στους πολίτες εδω και τόσα χρόνια.

Για τους λάτρεις της ιστορίας των φορολογικών νόμων της Ελλάδος, να θυμίσω ότι ο θεσμός των τεκμηρίων εισήχθη στο φορολογικό μας σύστημα με το ν.δ. 3323/1955. Το νομοθέτημα αυτό αποτέλεσε την πιο σημαντική φορολογική μεταρρύθμιση στην άμεση φορολογία, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Η προσπάθεια της φορολογικής μεταρρύθμισης είχε ξεκινήσει το έτος 1919 με την ψήφιση τριών βασικών φορολογικών νόμων: του ν. 1640/1919 «Περί φορολογίας καθαρών προσόδων» , του ν. 1641/1919 «Περί φορολογίας κληρονομιών» και του ν. 1642/1919 «Περί φορολογίας υπερτιμήματος».

Στην εισηγητική έκθεση του ν.δ. 3323/1955 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με το θεσμό των τεκμηρίων:
«Επίμαχον θέμα είς την φορολογίαν του εισοδήματος έχει αποτελέσει ανέκαθεν ο θεσμός των τεκμηρίων. Είς τους κεκηρυγμένους εναντίον του θεσμού τούτου πρέπει βεβαίως να αποδοθή το δίκαιον. Δεν πρέπει όμως να παροράται το γεγονός ότι άνευ τούτων, υπάρχει κίνδυνος να διαφεύγωσι την φορολογίαν άτομα των οποίων, ενώ ουδεμία πηγή εισοδήματος των είναι εμφανής, ίνα υπαχθή είς τον φόρον, εν τούτοις ο τρόπος διαβιώσεώς των είναι τοιούτος, ώστε να μαρτυρή την ύπαρξιν αφανούς πηγής εισοδήματος. Πρός αντιμετώπισιν του κινδύνου τούτου και παρά τας σοβαράς επιφυλάξεις τας οποίας διατηρούμεν επί του θεσμού των τεκμηρίων, εκρίναμεν σκόπιμον ότι δεν έπρεπε να αγνοηθή ούτος και υπό το καθεστώς του νέου φόρου. Τον θεσμόν των τεκμηρίων καθιερώνομεν ως μέτρον εξαιρετικόν και διαβεβαιούμεν υμάς, ότι είς τας οδηγίας τα οποίας πρόκειται να χορηγήσωμεν είς τα οικονομικάς αρχάς δια την εφαρμογή του νέου νόμου, η προσφυγή είς τον θεσμόν τούτον θα γίνηται είς εξαιρετικάς μόνον περιπτώσεις».

Βλέπετε ότι ακόμη και κατά την εποχή που εισήχθη ο θεσμός των τεκμηρίων, η άποψη των εισηγητών του ήταν ότι τα τεκμήρια πρέπει να αποτελούν την έσχατη λύση για την εξεύρεση της φορολογητέας ύλης και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποτελεί τον κανόνα

Στην εγκύκλιο 129/1955 που κοινοποιούσε τις διατάξεις του ν.δ. 3323/1955, αναφέρονται τα ακόλουθα στην παράγραφο 6 αυτής:
«Αι δαπάναι διαβιώσεως παντός ατόμου, είναι συνήθως ανάλογοι πρός τό πραγματοποιούμενον υπό τούτου εισόδημα. Διά τήν φορολογίαν του εισοδήματος τούτου, υποβάλλεται είς υμάς, κατά κανόνα, δήλωσις υπό τού υποχρέου ή οσάκις δέν υποβάλλεται τοιαύτη δήλωσις, γίνεται εξακρίβωσις τούτου υφ’ υμών, δι’ ενεργείας ελέγχου καί συνεπώς θα ηδύνατο νά υποστηριχθή, ότι περιττεύει ο θεσμός των τεκμηρίων διά τόν προσδιορισμόν του εισοδήματος. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, καθ’ ας η προσφυγή εις τά τεκμήρια καθίσταται αναπόφευκτος, καθ’ όσον, εις τάς περιπτώσεις ταύτας, καίτοι αι δαπάναι διαβιώσεως του ατόμου μαρτυρούσι τήν ύπαρξιν πηγής εισοδήματος, όταν βεβαίως δέν είναι δυνατόν νά δικαιολογηθώσι τά διατιθεμένα δι’ αυτάς (τάς δαπάνας) χρηματικά ποσά, εκ καταναλώσεως κεφαλαίου ή εκ του εισοδήματος του προηγουμένου έτους, τό οποίον υπεβλήθη εις φορολογίαν, εν τούτοις δεν υποβάλλεται παντάπασιν, υπό του ατόμου τούτου δήλωσις περί του εισοδήματός του ή είς τήν υποβαλλομένην τοιαύτην, περιλαμβάνεται εισόδημα καταφανώς κατώτερον των περί ων πρόκειται δαπανών. Δια τον λόγον τούτον καί πρός περιστολήν της είς τάς περιπτώσεις ταύτας δημιουργουμένης φοροδιαφυγής, δέν ηγνοήθη ο θεσμός των τεκμηρίων καί υπό τό εισαγόμενον διά του κοινοποιημένου Νομοθετικού Διατάγματος νέον φορολογικόν σύστημα.

Κρίνομεν όμως σκόπιμον να τονίσωμεν είς υμάς, ότι τό μέτρον τούτο εθεσπίσθη ως εξαιρετικόν καί δέον μετά μεγίστης προσοχής καί περισκέψεως νά γίνηται προσφυγή είς τά τεκμήρια, διά τόν προσδιορισμόν του εισοδήματος. Επί του σημείου τούτου, εφιστώμεν όλως ιδιαιτέρως τήν προσοχήν υμών καί παραγγέλομεν, όπως καταβάλλητε πάσαν δυνατήν προσπάθειαν πρός εξεύρεσιν της πηγής, έξ ής αντλεί τό εισόδημά του ο φορολογούμενος, του οποίου αι δαπάναι μαρτυρούσι τήν ύπαρξιν τοιαύτης πηγής, μόνον δέ όταν, μετά τήν εξάντλησιν όλων των δυνατών μέσων, διαπιστωθή πλήρης αδυναμία διακριβώσεως της πηγής ταύτης, θά χωρήτε εις τον προσδιορισμόν του εισοδήματος τεκμαρτώς.

Βάσιν διά τόν τοιούτον προσδιορισμόν του εισοδήματος, θ’ αποτελή δι’ υμάς, κατά τήν διάταξιν της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του κοινοποιουμένου Νομοθετικού Διατάγματος, το άθροισμα του καταβαλλομένου ή προκειμένου περί ιδιοκατοικήσεως του τεκμαρτού μισθώματος της κατοικίας και της θερινής διαμονής του φορολογουμένου. Είς τήν χρησιμοποίηση δέ του ενοικίου, ως βάσεως διά τόν τεκμαρτόν προσδιορισμόν του εισοδήματος, δέον νά έχητε υπ’ όψιν σας ότι επί σκοπώ όπως, διασφαλισθή ο φορολογούμενος από τυχόν αυθαίρετον ενέργειαν προσδιορισμού του εισοδήματός του εις απίθανα ποσά, τίθεται περιορισμός κατά τόν οποίον, τό τεκμαρτώς προσδιορισθησόμενον εισόδημα, δέν δύναται νά υπερβή τό οκταπλάσιον του αθροίσματος του ενοικίου της κατοικίας καί της θερινής διαμονής του φορολογουμένου ή το δεκαεξαπλάσιον αυτού, προκειμένου περί μισθώσεων διεπτομένων υπό των διατάξεων του εν ισχύϊ ενοικιοστασίου».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, ακόμη και τότε πριν από 60 χρόνια, οι επιστήμονες που εισήγαγαν τον νόμο εκείνον δεν ήθελαν την καθιέρωση των τεκμηρίων ως πανάκεια, αλλά ως ένα μέσο που θα εφαρμόζονταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κάτι όμως που δεν υιοθετήθηκε από τους μελλοντικούς νομοθέτες.

Πηγή:Taxheaven.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ