Η ομιλία του Υπουργού κ.Γ.Βαρουφάκη στον ΣΕΒ: Το περίγραμα μιας προαναγγελθείσας συμφωνίαςς

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Νίκης 5-7
10180 Αθήνα
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ Tηλ.: 210-3332553/4
Fax: 210-3332559
e-mail: press@minfin.gr

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Δελτίο Τύπου

Η ομιλία του Υπουργού Οικονομικών, κ. Γιάνη Βαρουφάκη, στην ετήσια Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ

Με τα μάτια της κοινωνίας πάνω μας, καθώς η μεγάλη, μακρά, επίπονη διαπραγμάτευση πλησιάζει στην συμφωνία, η αποψινή εκδήλωση ενός από τους σημαντικούς και ιστορικούς παραγωγικούς φορείς της χώρας, του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, μας δίνει την ευκαιρία να απαντήσουμε σε εύλογα ερωτήματα που αφορούν τρία ζητήματα:

• Πρώτον, στην συμφωνία που σφυρηλατούμε ώστε να κλείσει η ισχύουσα δανειακή συμφωνία την οποία η κυβέρνησή μας κληρονόμησε και παρέτεινε έως τα τέλη Ιουνίου.

• Δεύτερον, το τι μέλλει γενέσθαι στην μετά τον Ιούνιο εποχή – να προβούμε δηλαδή σε μια προσπάθεια να ατενίσουμε μαζί το εγγύς, το μεσοπρόθεσμο και το απώτερο μέλλον όπου η Ελλάδα θα ανακάμπτει, θα αναπτύσσεται, θα επουλώνει τις πληγές της εντός μιας Ευρώπης που βάζει στην άκρη σχέσεις δανειστών-οφειλετών, αναπτύσσεται μέσα από παραγωγικές επενδύσεις και, έτσι, επιστρέφει στις σχέσεις ισότιμων εταίρων – όπως είχαν ονειρευτεί οι λαοί της, μαζί με τους πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

• Τρίτον, το διεθνές και ευρωπαϊκό οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί την επόμενη πενταετία και στο οποίο η Ευρωζώνη η ίδια θα πρέπει να μεταμορφωθεί σε κάτι πιο στέρεο – σε μια πραγματική ένωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται θεσμικά, πολιτικά και βεβαίως πολιτισμικά.

1. Τα στοιχεία μιας επικείμενης έντιμης συμφωνίας

Ξεκινώ με την ακτινογραφία μιας έντιμης, αμοιβαίας επωφελούς, συμφωνίας όπως την κατανοεί η κυβέρνησή μας.

Εν αρχή ην τα δημοσιονομικά και το Μεσοπρόθεσμο πλάνο για την περίοδο 2015-2019. Στόχος τόσο των δανειστών μας όσο και δικός μας είναι η εγγύηση πως το ελληνικό δημόσιο δεν θα ξαναχρειαστεί δανεικά για να καλύπτει τις πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες του και πώς θα κριθεί το συντομότερο αξιόχρεο.

Το υπάρχον πρόγραμμα δεν δύναται να πετύχει τον δεύτερο στόχο – το να καταστήσει δηλαδή το κράτος μας ξανά αξιόχρεο σε εύλογο χρονικό διάστημα. Αυτός είναι ο λόγος που διαπραγματευόμαστε με ένταση το Μεσοπρόθεσμο της χώρας.

Αν μελετήσετε προσεκτικά το υπάρχον πρόγραμμα, θα διακρίνετε το εξής: Το σημείο εκκίνησής του είναι ένας αυθαίρετος στόχος για το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ για το 2019: ορίζει τον στόχο αυτόν στο 139%.

Κατόπιν υπολογίζει τους τόκους που πρέπει να καταβάλει το κράτος μας από σήμερα έως τότε, σύμφωνα με την υπάρχουσα συμφωνία. Οι τόκοι αυτοί ανέρχονται, για την τετραετία, στο 25,1% του ετήσιου εθνικού εισοδήματος το οποίο εκτιμούν ότι θα έχουμε το 2019.

Για να μειωθεί όμως το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 180% που είναι σήμερα στο 139% το 2019, δηλαδή κατά 41% του ΑΕΠ του 2019, απαιτείται να πετύχουμε δύο στόχους ταυτόχρονα:

• Πρώτον, απαιτείται συσσωρευτική μεγέθυνση του ΑΕΠ, την περίοδο 2015-2019, 27,3% σε σχέση με το σημερινό ΑΕΠ.
• Δεύτερον, απαιτείται συσσωρευτικό πρωτογενές πλεόνασμα, την ίδια περίοδο, περίπου 20%.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτοί οι δύο στόχοι της 4ετίας δεν είναι συμβατοί μεταξύ τους. Δηλαδή το πρωτογενές πλεόνασμα του 20%, που απαιτείται για να επιτευχθεί ο στόχος του χρέους για το 2019, απαιτεί αφαίμαξη της οικονομίας που ακυρώνει την απαιτούμενη συσσωρευτική μεγέθυνση του 27,3% η οποία αποτελεί την δεύτερη συνθήκη άνευ της οποίας δεν δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος του χρέους!

Τι πρέπει να γίνει; Τι προτείνουμε;

Προτείνουμε αυτό που συνιστά ο κοινός νους. Δηλαδή, να θέσουμε τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων σε επίπεδα που να συνάδουν με τον ρυθμό ανάπτυξης ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει την μακροδυναμική που απαιτείται ώστε να εξέλθει η κοινωνική μας οικονομία από το τέλμα, να αρχίσει για πρώτη φορά να αυξάνεται το ονομαστικό ΑΕΠ, και να αρχίσει να υποχωρεί πραγματικά το χρέος ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ.

Ο αντίλογος εδώ είναι ότι με χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα δεν επιτυγχάνεται το ποσοστό χρέους που οι δανειστές κρίνουν ως το μέγιστο για να βγούμε στις αγορές. Ο αντίλογός μας στον αντίλογο αυτόν είναι απλός: Αν δεν εισακουστεί η πρότασή μας για χαμηλότερα πλεονάσματα, τότε το ποσοστό χρέους θα αυξηθεί όπως αυξανόταν τα τελευταία χρόνια καθώς οι στόχοι της οικονομικής μεγέθυνσης θα βουλιάξουν και πάλι στο τέλμα της ύφεσης. Στην παγίδα της λιτότητας.

Όσο για τον στόχο της εξόδου στις αγορές, αυτός θα επιτευχθεί μέσα από την μεγιστοποίηση των ρυθμών ανάπτυξης που θα φέρουν τα χαμηλότερα πλεονάσματα και βεβαίως την ορθολογικότερη διάρθρωση του χρέους μας, στην οποία θα αναφερθώ σε λίγο.

Πολλοί μας ρωτούν: Γιατί δεν κλείνει η συμφωνία σε μια λογική τέτοια βάση πιο γρήγορα; Επιτρέψτε μου να σας δώσω δύο παραδείγματα:

Μία από τις υποθέσεις του προγράμματος που υπέγραψαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις ήταν ότι την τετραετία 2015-2019 το δημόσιο θα εισπράξει από ιδιωτικοποιήσεις ένα ποσό ίσο με 7% του ΑΕΠ. Όπως και στο παρελθόν πρόκειται για στόχο μη ρεαλιστικό.

Όταν προτείνουμε την επιστροφή στον ρεαλισμό, η άλλη πλευρά δεν διαφωνεί. Συμφωνεί πως ο στόχος είναι άπιαστος αλλά απαντά με το ερώτημα: Και αυτό το 7% επί πλέον δημόσιων εσόδων πώς θα το αναπληρώσετε;

Το ερώτημα εμπεριέχει το μακροοικονομικό σφάλμα στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως: υποθέτει ότι ο στόχος της μείωσης του χρέους μέσω ισοδύναμων μέτρων που αυξάνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα, ως αναπλήρωση των μη ρεαλιστικών εσόδων από τις ιδιωτικοποιήσεις, είναι συμβατός με την μεγέθυνση της οικονομίας που απαιτείται για να επιτευχθεί ο στόχος του χρέους.

Αυτό, κυρίες και κύριοι, είναι ένα παράδειγμα του λόγου που οι διαπραγματεύσεις τείνουν να είναι «κυκλικές», και όχι συγκλίνουσες. Όπως έγραψε, σωστά, σήμερα το πρωί ο Wolfgang Munchau στους Financial Times, για να κλείσει σωστά η διαπραγμάτευση, απαιτούνται οι δύο πλευρές, η δική μας και των δανειστών, να προβούν στην εξής, αμοιβαία, συνειδητοποίηση:

Εμείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι απαραίτητο να αλλάξουμε ήθη και έθιμα. Να γίνουμε πιο παραγωγικοί, περισσότερο αποτελεσματικοί, να συγκλίνουμε ως προς την ανταγωνιστικότητά μας με την Βόρεια Ευρώπη.

Εκείνοι, οι δανειστές, πρέπει να αποδεχθούν ότι η Μνημονιακή λογική, μέρος της οποίας σας ανέπτυξα σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα, το χρέος και την μεγέθυνση του ΑΕΠ, απέτυχε στην περίπτωση της Ελλάδας και πρέπει να μπει στο περιθώριο.

Αυτό απαιτείται για την συμφωνία. Ο κοινός νους το απαιτεί. Το απαιτεί και το χρέος όλων μας, και των 19 μελών-κρατών της Ευρωζώνης, στην ιστορία της Ευρώπης.

Μια τέτοια αμοιβαία κίνηση θα ξεκλείδωνε το μέγα μεταρρυθμιστικό κίνημα που χρειάζεται η χώρα και που εκλεγήκαμε για να υπηρετήσουμε.

Μεταρρυθμίσεις που δημιουργούν ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα που δεν θα επηρεάζεται είτε από πολιτικές παρεμβάσεις είτε από παρεμβάσεις εταιρικών συμφερόντων.

Μεταρρυθμίσεις που ρυθμίζουν αποτελεσματικά την αγορά εργασίας και καθιστούν το ασφαλιστικό σύστημα ξανά βιώσιμο σε μια χώρα όπου, λόγω της αδιέξοδης πολιτικής που οι δανειστές επέβαλαν και στην οποία επιμένουν, η απασχόληση έχει καταρρεύσει, η κεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων έχει δεχθεί πλήγμα με το PSI, το ποσοστό αδήλωτης εργασίας γιγαντώνεται και η προοπτική νέων μειώσεων συντάξεων – τις οποίες οι δανειστές προσδοκούν κι εμείς αρνούμαστε – θα το αύξανε κι άλλο – καθώς θα ενέτεινε την υφεσιακή δίνη στρέφοντας τον ελληνικό λαό εναντίον της μόνης κυβέρνησης που μπορεί να πείσει την πλειοψηφία πως η λέξη «μεταρρύθμιση» δεν σηματοδοτεί περαιτέρω συρρίκνωση των εισοδημάτων, κι άλλα βάρη για τους ανίσχυρους, περισσότερη ανισότητα και την θανατική βολή του κοινωνικού κράτους.

2. Η μετά τον Ιούνιο εποχή: Ανάκαμψη και ανάπτυξη

Ας έρθω όμως τώρα στην μετά τον Ιούνιο, την Μετα-Μνημονιακή εποχή – στην περίοδο που θα εγκαινιάσουμε μετά τη σύναψη της πολυπόθητης συμφωνίας, μετά την ολοκλήρωση του ισχύοντος Μνημονιακού προγράμματος.

Πέντε σημεία-κλειδιά είναι τα προαπαιτούμενα για αυτήν:

Χρέος

Πρώτον, ο εξορθολογισμός της διάρθρωσης του δημόσιου χρέους χωρίς κουρέματα και δραματικές αλλαγές. Με απλές κινήσεις από εκείνες που το χρηματοπιστωτικό σύστημα εφαρμόζει στη διαχείριση ιδιωτικών χρεών μέσω έξυπνων swaps.

Τις προάλλες, στο συνέδριο του Economist, αναφέρθηκα σε αυτά. Έδωσα το παράδειγμα όπου τον Ιούλιο και Αύγουστο το Υπουργείο Οικονομικών θα κληθεί να δανειστεί 6,7 δισ. από τους εταίρους για να αποπληρώσει τα ομόλογα από το SMP πρόγραμμα που είχε εκπονήσει ο κ. Τρισέ το 2010-11, τα οποία τα κρατά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Το εναπομείναν αυτό ποσό των ομολόγων είναι γύρω στα 27 δισ. και αποτελούν πρόβλημα για την χώρα για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή εντείνουν το χρηματοδοτικό κενό των επόμενων μηνών και ετών και, δεύτερον, επειδή εμποδίζουν τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ ακόμα και μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.

Για αυτό τον λόγο προτείνουμε, εδώ και καιρό, αυτό που πολλοί ειδικοί προτείνουν διεθνώς: Τη διαμεσολάβηση του ESM ώστε η ΕΚΤ να αποπληρωθεί από αυτόν και, παράλληλα, το ελληνικό δημόσιο να αποπληρώσει τον ESM σε βάθος χρόνου, μετά από σχετική συμφωνία με τους εταίρους. Είναι ενδεικτικό της παραπληροφόρησης και του προπαγανδιστικού θορύβου ο οποίος υπονομεύει τον διάλογο για αυτά τα ζητήματα το γεγονός ότι φημισμένα ειδησεογραφικά πρακτορεία «ερμήνευσαν» αυτή την πάγια θέση μας ως… απειλή ότι η Ελλάδα δεν θα αποπληρώσει την ΕΚΤ.

Κάποτε έλεγαν ότι όταν αρχίζει ο πόλεμος πεθαίνει η αλήθεια. Τώρα ίσως να πρέπει η λέξη «πόλεμος» να αντικατασταθεί από την λέξη «διαπραγμάτευση».

Παράλληλα, η διάρθρωση του χρέους μας θα μπορούσε να εξορθολογιστεί κι άλλο μέσα από διασύνδεση των επιτοκίων αποπληρωμής με τον ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ, θωρακίζοντας τη βιωσιμότητα του χρέους από αυξομειώσεις του οικονομικού κύκλου.

Επενδύσεις

Περνώ τώρα στο δεύτερο σημείο-κλειδί της Μεταμνημονιακής περιόδου: Στις επενδύσεις.

Είναι προφανές ότι πρέπει να αξιοποιηθεί η δημόσια περιουσία. Προφανώς δεν εννοώ ξεπούλημα σε ελάχιστες τιμές με στόχο την εξυπηρέτηση ενός μη βιώσιμου χρέους – όπως γινόταν έως τώρα.

Για την κυβέρνησή μας η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας θα πρέπει να εμπεριέχει ένα λελογισμένο μίγμα, από τη μια μεριά ιδιωτικοποιήσεων, παράλληλα, όμως, πρέπει να διατηρήσει το κράτος μερίδιο το οποίο να χρησιμοποιηθεί ως περιουσιακό στοιχείο που, μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως ακίνητη περιουσία, θα ενταχθεί σε μια νέα αναπτυξιακή Τράπεζα η οποία θα τα χρησιμοποιήσει ως εχέγγυα. Σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, την EBRD, το Σχέδιο Γιούνκερ, αυτά θα μοχλεύονται με στόχο τη δημιουργία ροής επενδύσεων βασικά προς τον ιδιωτικό τομέα.
Αυτή η μόχλευση θα μπορούσε να διασυνδεθεί και με την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, δεδομένου ότι η ΕΚΤ έχει ήδη αποφασίσει την αγορά ομολόγων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στη δευτερογενή αγορά.

Δημόσια Εταιρεία Διαχείρισης Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων

Την ίδια στιγμή, έτσι ώστε να μπορούν και οι τράπεζες να συμμετάσχουν απρόσκοπτα στη χρηματοδότηση των εξωστρεφών επιχειρήσεων, το τραπεζικό σύστημα πρέπει ν’ απεγκλωβιστεί από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Έρχομαι λοιπόν στο τρίτο σημείο-κλειδί της Μεταμνημονιακής εποχής.

Για να απελευθερωθεί από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια το σύστημα τραπεζικής πίστης αποτελεσματικά και με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, απαιτείται η δημιουργία δημόσιας εταιρείας διαχείρισής τους, προφανώς με την συμμετοχή και συμβολή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Πρόγραμμα Καταπολέμισης της Φτώχειας

Το τέταρτο σημείο-κλειδί είναι η καταπολέμηση του ειδεχθέστατου υπο-προϊόντος της Μνημονιακής εποχής: τη νέα μορφή φτώχειας την οποία η κυβέρνησή μας ήδη έχει βάλει στο στόχαστρό της με το πρώτο νομοσχέδιο που έφερε στην Βουλή.

Είναι ένα πρόγραμμα το οποίο, σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είμαστε αποφασισμένοι να επεκτείνουμε έως ότου τα ίχνη της κοινωνικής λαίλαπας που έπληξε την χώρα μας εξαφανιστούν.

Κοινές προϋποθέσεις κλεισίματος του υπάρχοντος προγράμματος και του Νέου Συμβολαίου για την Ευρώπη

Τέλος, το πέμπτο σημείο-κλειδί πρέπει να είναι οι κοινές προϋποθέσεις κλεισίματος του υπάρχοντος προγράμματος και του Νέου Συμβολαίου για την Ευρώπη. Η καθυστέρηση της επίτευξης συμφωνίας, καθώς και η ανάγκη να περάσουμε από τα Μνημονιακά προγράμματα που γράφτηκαν στη γλώσσα και στη λογική του ΔΝΤ σε ένα νέο συμβόλαιο, που να θυμίζει περισσότερο αναπτυξιακό πρόγραμμα τύπου Παγκόσμιας Τράπεζας, επιβάλλει σε όλα τα μέρη της διαπραγμάτευσης να συμφωνήσουμε σε ένα, κοινό conditionality, σε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων, στη βάση του οποίου θα κλείσει η προηγούμενη και θα ξεκινήσει η νέα Μεταμνημονιακή περίοδος.

3. To Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι

Πριν κλείσω, ίσως αξίζει να σας μεταφέρω κάποιους προβληματισμούς για το ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο θα κληθούμε να ανακάμψουμε, ως κοινωνία και ως οικονομία, τα επόμενα χρόνια.

Το κυρίαρχο αφήγημα των ημερών είναι ότι η Ευρώπη, υπό την επιρροή της Ποσοτικής Χαλάρωσης (ΠΧ) της ΕΚΤ, βρίσκεται στην αρχή μιας «απογείωσης» που την βγάζει από τον αποπληθωρισμό και που έως το 2017 θα έχει δώσει τη θέση του σε μεγέθυνση βασιζόμενη σε επενδύσεις στην πραγματική οικονομία (investment-led growth).

Αν και νωρίς για να κρίνουμε, τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου (Q1) του 2015 δείχνουν τα εξής:

• Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης (ΕΖ) μεγεθύνθηκε 0,4%.
• Η μεγαλύτερη ώθηση δόθηκε από την Γαλλία (0,6%).
• Η Γερμανία υστέρησε του μ.ο. (0,3%).
• Η Ιταλία ήταν ακριβώς στον μ.ο. (0.4%).

Το ΑΕΠ της ΕΖ κινήθηκε θετικά αλλά αυτό δεν οφείλεται σε επενδύσεις ή σε βελτίωση της αγοράς εργασίας. Στην Γαλλία, που «έσυρε» την αύξηση του ΑΕΠ της ΕΖ, η βελτίωση οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στην μείωση της τιμής του πετρελαίου. Βιομηχανική παραγωγή, επενδύσεις και απασχόληση (full time) μειώθηκαν.

Συμπερασματικά, η ΕΖ δεν έχει εξέλθει πραγματικά από την ύφεση. Η μείωση δε της ισοτιμίας του ευρώ δεν απέδωσε σημαντική τόνωση της ενεργούς ζήτησης καθώς, όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΖ παρέμεινε το ίδιο (κάμφτηκε μάλιστα λίγο) παρά την πτώση του ευρώ.

Το Μέγα Πρόβλημα: Υποτονικές επενδύσεις και εκροές κεφαλαίων από την ΕΖ

Η Ευρώπη πάσχει από υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις (αποταμιεύσεις μείον επενδύσεις) ύψους 300 δισ. μόνο το 2015. Είναι η άλλη όψη του νομίσματος της Κρίσης – καθώς αντανακλούν την (και συνεισφέρουν στην) έλλειψη επενδύσεων, τον αποπληθωρισμό και τα μηδενικά επιτόκια.

Προ του 2011, οι υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις των πλεονασματικών χωρών ανακυκλώνονταν στην Περιφέρεια (δανεισμός στα κράτη και σε real estate ως επί το πλείστον).

Μετά το 2012, οι υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις των πλεονασματικών χωρών στρέφονται εκτός ΕΖ σε αναζήτηση υψηλότερων επιτοκίων/αποδόσεων (ΗΠΑ, Βρετανία, Καναδά, Κίνα, Ιαπωνία, Βραζιλία, Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Κορέα).

Από το 2012, έφυγαν 4 τρισ. από την ΕΖ ενώ μόνο το 2014 μετανάστευσαν 500 δισ.

Τέλος, να σημειωθεί ότι η ΕΖ είναι το μοναδικό οικονομικό μπλοκ που, από την μία μεριά, εξάγει μεγάλα κεφάλαια εκτός ΕΖ αλλά, από την άλλη, έχει αρνητικό ισοζύγιο πλούτου (net international investment position) με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι και εκρέουν κεφάλαια από την ΕΖ και ο υπόλοιπος κόσμος έχει δικαιώματα στο εισόδημα της ΕΖ μεγαλύτερο απ’ ότι η ΕΖ στον υπόλοιπο κόσμο. Άλλη μια αντανάκλαση των ανισορροπιών στο εσωτερικό της ΕΖ που δυσχεραίνει την μετατροπή της Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ σε επενδύσεις και ανάπτυξη στο εσωτερικό της ΕΖ.

Ποσοτική Χαλάρωση

Λόγω νομικών επιχειρημάτων που προκύπτουν από το Καταστατικό της ΕΚΤ, οι αγορές τίτλων του προγράμματος ΠΧ που αντιστοιχούν σε κάθε χώρα είναι ανάλογες του μετοχικού κεφαλαίου των κρατών-μελών της ΕΚΤ. Έτσι, οι μεγαλύτερες αγορές ομολόγων αφορούν τα γερμανικά ομόλογα. Δηλαδή, χώρες που έχουν την μικρότερη ανάγκη ποσοτικής χαλάρωσης δέχονται τη μεγαλύτερη χαλάρωση ενώ εκείνες που την έχουν περισσότερο ανάγκη (π.χ. Ισπανία και, βεβαίως, η Ελλάδα) εισπράττουν την λιγότερη (και στην περίπτωσή μας, μηδενική).

Στην Γερμανία οι δυσκολίες των ασφαλιστικών εταιρειών και του ασφαλιστικού συστήματος (το οποίο είναι αναγκασμένο να επενδύει σε bunds των οποίων τα επιτόκια έχουν μειωθεί επικίνδυνα λόγω υπερβολικής ΠΧ στην Γερμανία) εντείνονται. Παράλληλα, λόγω ΠΧ, επικρατεί «εγρήγορση» στα χρηματιστήρια και αυξητικές τάσεις σε κάποιες αγορές ακινήτων χωρίς όμως να αυξάνονται ανάλογα οι επενδύσεις στο παραγωγικό/βιομηχανικό τομέα. Γιατί δεν αυξάνονται οι επενδύσεις; Επειδή οι επιχειρήσεις (προβλέποντας στάσιμη ζήτηση στο μέλλον) προτιμούν να χρησιμοποιούν την νέα ρευστότητα για να:

(α) επαναγοράζουν τις ίδιες τους τις μετοχές (για να ανεβαίνει η αξία τους και να παίρνουν οι μάνατζερς μεγαλύτερα μπόνους),
(β) επενδύουν εκτός ΕΖ,
(γ) εξαγορές άλλων επιχειρήσεων.

Είναι λοιπόν σημαντικό να διακρίνουμε την ευφορία και τις ανοδικές τάσεις στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων που δημιουργεί η ΠΧ από την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας που έχει ανάγκη η Ευρώπη. Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος αύξησης των ανισορροπιών εντός της ΕΖ, της ανισότητας εντός των κρατών-μελών και της ακόμα μεγαλύτερης φυγής κεφαλαίων από την ΕΖ.

Όσον αφορά την χώρα μας, σε σχέση με την ΠΧ της ΕΚΤ, βεβαίως θα ήταν καλό να συμμετείχαμε κι εμείς στην ΠΧ όσο το δυνατόν συντομότερα (κάτι που απαιτεί ένα swap όπως αυτό στο οποίο αναφέρθηκα). Κοιτώντας μακρύτερα, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη την περίπτωση ότι, καθώς η ελληνική οικονομία θα απογειώνεται, η ΕΚΤ θα αρχίσει να κλείνει την στρόφιγγα της ρευστότητας δίνοντας ώθηση στα μακροπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού με αποτέλεσμα το «φρενάρισμα» της δικής μεγέθυνσης.

Ελπίζω πραγματικά τα προβλήματά μας σύντομα να μεταμορφωθούν σε τέτοιου είδους προβλήματα… Έχει όμως σημασία να κοιτάμε μπροστά. Καμία φορά τα προβλήματα του μέλλοντος φαντάζουν… ελπιδοφόρα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κλείνοντας, σας προσκαλώ να φανταστούμε όλοι μαζί τη στιγμή που μια συμφωνία, σαν αυτή που σας περιέγραψα, ανακοινώνεται. Νομίζω ότι από μόνη της η ανακοίνωση, το ίδιο το press conference στο οποίο θα παρουσιαστεί, θα αρκεί για να περάσουμε σε μια νέα, ελπιδοφόρα εποχή.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ