Οι έλεγχοι περιουσιακής κατάστασης χωρίς την ύπαρξη υπολογιστικού προγράμματος ελέγχου

Στην αρχή της εβδομάδας που πέρασε, δόθηκε στη δημοσιότητα η με αριθμό πρωτ. 6619/ΚΥ/7.10.2015 που είχε ως θέμα την «Τροποποίηση και συμπλήρωση της με Αριθμό Πρωτ. 4105/10.06.2015 (ΑΔΑ: 79ΟΡΗ-ΩΨΧ) Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών περί σύστασης, συγκρότησης και ορισμού μελών Ομάδας Εργασίας στο Υπουργείο Οικονομικών για την αυτοματοποίηση της ελεγκτικής διαδικασίας προσδιορισμού προσαύξησης περιουσίας μέσω καθορισμού παραμέτρων μηχανογραφικής εφαρμογής διαχείρισης συνολικών δεδομένων Υπουργείου Οικονομικών και πιστωτικών ιδρυμάτων».

Εκτός από τα μέλη της συγκροτηθείσας επιτροπής, η Υπουργική Απόφαση καθορίζει και το έργο της. Θα θέλαμε να σταθούμε στο άρθρο 6 το οποίο ως βασικό στοιχείο του έργου της επιτροπής συμπεριλαμβάνει και την δημιουργία εφαρμογής, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 26 του Υπαλληλικού Κώδικα, η οποία θα προσδιορίζει τη συνολική καθαρή ατομική/οικογενειακή τραπεζική περιουσία για κάθε Α.Φ.Μ. ή ομάδες Α.Φ.Μ. κατ’ έτος και ταυτόχρονα θα τη συγκρίνει με τα δηλωθέντα ατομικά/οικογενειακά εισοδήματα κατ’ έτος, προσδιορίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη κατ’ έτος, ήτοι το αδήλωτο ετήσιο εισόδημα για κάθε Α.Φ.Μ. ή ομάδες Α.Φ.Μ., σύμφωνα με το έγγραφο ΕΜΠ.1204/16.04.2015 της ομάδας εκτέλεσης έργου (με αριθ. ΕΜΠ.638/27.02.2015 προαναφερθείσας απόφασης).

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 4174/2013 περί Κ.Φ.Δ., σχετικά με τις μεθόδους έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, συμπεριλαμβάνεται και η μέθοδος «του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και δαπανών σε μετρητά» που έρχεται να προσδιορίσει τώρα, δύο και πλέον χρόνια από τη ψήφιση του νόμου η συγκεκριμένη επιτροπή.

Η βασική εγκύκλιος διαταγή που ερμηνεύει τη συγκεκριμένη διάταξη του νόμου, είναι η ΠΟΛ. 1050/25.2.2014, η οποία στο άρθρο 2 και στη παράγραφο 2.3 αναφέρει ότι:

«Η τεχνική αυτή προσδιορίζει φορολογητέα ύλη παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του φορολογούμενου, του/της συζύγου και των προστατευόμενων μελών αυτών, είτε με την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωση τους σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, τα διαθέσιμα, τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.

Κατά την τεχνική αυτή από τις συνολικές τραπεζικές καταθέσεις της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου αφαιρούνται τα κατατεθειμένα ποσά που αφορούν μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα, όπως εκταμιεύσεις δανείων, συμψηφιστικές κινήσεις και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.

Στο Υπόλοιπο των καθαρών τραπεζικών καταθέσεων προστίθενται όλες οι καταβολές σε μετρητά για αγορές, δαπάνες (προσωπικές/οικογενειακές ή επαγγελματικές) και λοιπές συναλλαγές και αφαιρούνται τα μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς.

To νέο Υπόλοιπο αναμορφώνεται με τις αυξήσεις/ μειώσεις εισπρακτέων λογαριασμών και συγκρίνεται με τα συνολικά δηλωθέντα Εισοδήματα.

Η προκύπτουσα διαφορά θεωρείται μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.»

Να επισημάνουμε ότι νεότερες σχετικές με το θέμα εγκύκλιες διαταγές είναι οι με αριθμό ΠΟΛ. 1180/2014 και η 1259/2014.

Με βάση τα ανωτέρω, μπορούμε να προβούμε στις εξής διαπιστώσεις και απορίες:

  • Το σύνολο των προαναφερθέντων νομοθετημάτων δεν εμφανίζει πουθενά μαθηματικό μοντέλο υπολογισμού της μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, αλλά παντού περιγράφει λεκτικά την ακολουθούμενη σειρά. Ως συνέπεια αυτού του γεγονότος και επειδή ο νομοθέτης ζητάει από τον ελεγκτή να προσδιορίσει αριθμητικά ποσό με βάση του οποίου θα προκύψει ο αναλογούν φόρος, οι προσαυξήσεις και τόκοι, είναι ο αυτοσχεδιασμός του κάθε ελεγκτικού οργάνου. Ο αυτοσχεδιασμός αυτός δεν έχει ως βάση κάποιο υπόδειγμα, αλλά έγγυται στις γνώσεις πάνω σε απλά μαθηματικά μοντέλα που έχει ο ελεγκτής, απλές μεθόδους παραμετροποίησης αναγκαίων φύλλων υπολογισμού (Excel spread sheets) και κυρίως προσωπικές δοξασίες περί της διαχείρισης προσωπικών οικονομικών που δεν βασίζονται σε νομοθετικό πλαίσιο αλλά στην «κοινή αντίληψη». Μόνο που ο καθένας θεωρεί τη δική του αντίληψη των πραγμάτων ως «κοινή αντίληψη». Για παράδειγμα κάποιος ελεγκτής θεωρεί ότι ο κάθε φορολογούμενος δεν θα πρέπει να διαθέτει σε μετρητά, πάνω από το 50% του μηνιαίου μισθού του. Ως συμπέρασμα όλων των ανωτέρω άμεσα προκύπτει ότι έως τώρα αφενός μεν δεν υπάρχει μαθηματικοποιημένο μοντέλο της μεθόδου, αφετέρου δε πως ο κάθε ελεγκτής εφαρμόζει «προσωπικά» μοντέλα.
  • Υφίσταται μέγιστο πρόβλημα ως προς τις επανακαταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ποσών που έχουν αναληφθεί από άλλο τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου και δεν διατέθηκαν, ή απλώς μεταφέρθηκαν σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό που εξυπηρετεί διαφορετικούς λόγους ύπαρξης (π.χ. λογαριασμός αποπληρωμής δανείου). Από πουθενά δεν προκύπτει ότι οι μεταφορές ποσών γίνονται μόνο διατραπεζικά και μέσω αριθμών IBAN, η λειτουργία των τραπεζών λίγα χρόνια πριν όσον αφορά τις ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές δεν είχε καμία σχέση με τις σημερινές, οι δε τράπεζες χρέωναν εξωφρενικά ποσά για έκδοση επιταγής με συνέπεια όλοι να αναλαμβάνουν μετρητά. Συνεπώς, η μόνη μέθοδος που διασφαλίζει τον μη διπλό υπολογισμό καταθέσεων, είναι αυτή που από το συνολικό άθροισμα των καταθέσεων αφαιρεθεί το συνολικό άθροισμα των απολήψεων. Φυσικά, αν κάποια απόληψη αφορά αγορά πάγιου στοιχείου (π.χ. αγορά αυτοκινήτου), αυτό θα δηλωθεί έτσι ή αλλιώς στον πίνακα εσόδων – δαπανών, συνεπώς θα συνυπολογισθεί ως δαπάνη. Γενικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα που υφίσταται στις επανακαταθέσεις είναι ο αυθαίρετος προσδιορισμός από τους ελεγκτές του χρόνου τον οποίο δέχονται ως «λογικό» για μία επανακατάθεση, ο οποίος, ανάλογα με τον ελεγκτή, κυμαίνεται από μία ημέρα έως και χρόνια!!! Βέβαια, κρίνοντας με σημερινά δεδομένα όπου λόγω των γνωστών προβλημάτων του τραπεζικού συστήματος έχουν αναληφθεί τα τελευταία δύο χρόνια περίπου 48 δις. ευρώ και τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών κ. Τρύφωνα Αλεξιάδη να προτρέπει τους φορολογούμενους να επανακαταθέσουν τα ποσά που ανέλαβαν και διατηρούν κάπου φυλαγμένα, φαντάζουν εξωπραγματικά τα χρονικά όρια που θέτουν οι ελεγκτές, τα οποία και δεν προκύπτουν από κανένα νομοθετικό πλαίσιο.
  • Υφίσταται μέγιστο πρόβλημα στον επιμερισμό των κοινών λογαριασμών, όπου συνήθως οι ελεγκτές επιμερίζουν τα ποσά ανάλογα με τους συνδικαιούχους. Έτσι ξαφνικά κάποιος βρίσκεται δικαιούχος του 50% του τραπεζικού λογαριασμού της χήρας μητέρας του που λαμβάνει κάποια σύνταξη και πιθανών να έχει και κάποια άλλα εισοδήματα (π.χ. ενοίκια) και τι πιο λογικό να τοποθετήσει ως συνδικαιούχο στον τραπεζικό της λογαριασμό και τα παιδιά της. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα παιδιά είχαν οποιαδήποτε ενεργή ανάμειξη στην κίνηση του λογαριασμού, δεν έλαβαν κάποια ποσά και φυσικά δεν προσαύξησαν την περιουσία τους. Συνεπώς, προτείνουμε οι κοινοί λογαριασμοί να συναθροίζονται αρχικά στις καταθέσεις του πρώτου κυρίου και αν αυτός με αποδεικτικά στοιχεία και τη συναίνεση των υπολοίπων συνδικαιούχων αποδείξει πως πράγματι δεν του ανήκε το σύνολο του ποσού, τότε αυτό να επιμερίζεται από τον ελεγκτή αναλόγως.
  • Είναι γνωστό ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου, οι φυσικοί του κληρονόμοι είναι φορείς των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεων που υφίσταντο κατά τη στιγμή του θανάτου, αλλά και αυτών που θα προκύψουν μεταγενέστερα. Ήμασταν κοινωνοί περίπτωσης όπου ελεγκτής ζητούσε από κληρονόμο να του αποσαφηνίσει γεγονός κατάθεσης χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό από τον θανόντα, αρκετά χρόνια πριν τον θάνατό του. Όταν φυσικά ο κληρονόμος απάντησε πως δεν είχε ιδέα για το γεγονός, επειδή μόνο κληρονόμος του ήταν και είχαν ελάχιστες διαπροσωπικές σχέσεις, ο ελεγκτής δεν δέχθηκε το γεγονός και καταλόγισε το ποσό της κατάθεσης στον θανόντα που φυσικά έπρεπε να καταβάλει, πλέον προσαυξήσεων και τόκων, ο κληρονόμος. Θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη νομοθετική διευθέτηση ώστε κάποιος να ευθύνεται για χρέη του θανόντα προς τη Δημόσια Αρχή που έχουν προκύψει και βεβαιωθεί μέχρι την ημερομηνία του θανάτου.
  • Υφίσταται πάντοτε το θέμα του χρονικού εύρους του ελέγχου. Το πρόβλημα κατ’ αρχήν ξεκινάει από το ευρύτερο ερώτημα για όλες τις φορολογικές υποθέσεις, δηλαδή πιά χρήση επί τέλους έχει παραγραφεί οριστικά. Το θέμα αυτό θεωρούμε πως έχει αποσαφηνιστεί με βάση την ΠΟΛ. 1033/21.2.2013 εγκύκλιο διαταγή της Γ.Γ.Δ.Ε. με την οποία δίνονται διευκρινήσεις στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που έχουν αποστείλει εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οποίας «Επίσης, επιτρέπεται η υποβολή εκπρόθεσμης συμπληρωματικής δήλωσης στο πρώτο μη παραγεγραμμένο έτος (οικον. 2001) και χωρίς την επιβολή προστίμου, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997…». Φυσικά πέραν τούτου, οι περισσότεροι θεωρούν ότι έχει οριστικά παραγραφεί και το έτος 2005, με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2238/1994, αλλά κυρίως, ο Ν. 3888/2010 σχετικά με τον προσδιορισμό των αδήλωτων εισοδημάτων, έχει εφαρμογή από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 30/9/2010 και όχι προγενέστερα.

Μετά από όλα τα ανωτέρω, από την επιτροπή περιμένουμε ταχύτατο, επιστημονικό και τεκμηριωμένο έργο και κυρίως την μαθηματική αποτύπωση του νόμου, έτσι ώστε να σταματήσουν οι ελεγκτικοί αυτοσχεδιασμοί, καταστώντας τον κάθε έναν ελεγχόμενο αυτόματα και φοροφυγά.

13/10/2015     http://www.e-forologia.gr

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ