Πολεμώντας την φοροδιαφυγή με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου

Κατερίνα Σαββαΐδου

Τax senior manager PWC, λέκτορας Α.Π.Θ., καθ. στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης

Δύο προσφάτως θεσμοθετημένα εργαλεία για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής: Έμμεσες τεχνικές ελέγχου – υποχρέωση τρίτων προς παροχή στο Υπουργείο Οικονομικών πληροφοριών οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος.

Με σκοπό την αντιμετώπιση της αυξημένης φοροδιαφυγής στη χώρας μας προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια νομοθετικές πρωτοβουλίες με σκοπό την ενίσχυση των εξουσιών των φορολογικών ελεγκτικών υπηρεσιών και τη βελτίωση των πληροφοριακών και λοιπών εργαλείων που αυτές διαθέτουν για την εκπλήρωση του έργου τους.

Με τους Ν. 3842/2010, N. 3888/2010, Ν. 3943/2011, Ν. 4038/2011 και Ν. 4079/2012 θεσπίσθηκαν μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, στο παρόν θα αναφερθώ μόνο σε δύο από αυτά και συγκεκριμένα στις έμμεσες τεχνικές ελέγχου και στην υποχρέωση ορισμένων φορέων για την υποβολή στο Υπουργείο Οικονομικών στοιχείων και πληροφοριών οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος.

Καταρχάς, με το Ν. 4038/2011, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4079/2012, προβλέφθηκε η δυνατότητα προσδιορισμού των αποτελεσμάτων των επιτηδευματιών με τη χρήση έμμεσων τεχνικών ελέγχου.

Η χρήση έμμεσων τεχνικών ελέγχου στο πλαίσιο φορολογικών ελέγχων έχει αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης τόσο από τον ΟΟΣΑ όσο και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Η χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου οδηγεί στον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος του φορολογούμενου μέσω της ανάλυσης της οικονομικής του κατάστασης, κάνοντας χρήση πληροφοριών από διάφορες πηγές, πέρα από τη δήλωση και τα επίσημα βιβλία και στοιχεία του φορολογούμενου.

Η δυνατότητα των ελεγκτικών οργάνων να χρησιμοποιήσουν έμμεσες τεχνικές ελέγχου προβλέπεται και σε άλλες χώρες, κυρίως σκανδιναβικές. Ωστόσο, μολονότι οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου δεν θεσπίζονται ρητά στη νομοθεσία τους, και σε άλλα κράτη είναι δυνατή η χρησιμοποίησή τους από τη φορολογική αρχή στο πλαίσιο των ελεγκτικών εξουσιών. Έτσι, σε ορισμένες φορολογικές νομοθεσίες, κυρίως του αγγλοσαξωνικού συστήματος, προβλέπεται η χορήγηση στη φορολογική διοίκηση της δυνατότητας να προσδιορίζει τις φορολογικές υποχρεώσεις των φορολογούμενων κάνοντας χρήση λογικών υπολογισμών, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία θα γίνει αυτό. Σε γενικές γραμμές η νομολογία στις χώρες αυτές θεωρεί ότι η φορολογική διοίκηση μπορεί να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μέθοδο για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος, το οποίο με βάση τις συνθήκες της υπόθεσης κρίνεται ως λογικό/εύλογο.

Στο νόμο απαριθμούνται πέντε έμμε- σες τεχνικές ελέγχου και συγκεκριμέ- να: α) η μέθοδος των αναλογιών, β) της ανάλυσης της ρευστότητας του φορολογούμενου, γ) της καθαρής θέσης του φορολογούμενου, δ) της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών και ε) του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά, ενώ προβλέπεται η έκδοση υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό του ειδικότερου περιεχομένου των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, καθώς και τον τρόπο εφαρμογής τους. Ωστόσο, επειδή δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί η σχετική υπουργική απόφαση, είναι χρήσιμο να προβούμε σε μία σύντομη περιγραφή των μεθόδων αυτών, κυρίως με βάση το Πληροφοριακό Σημείωμα του ΟΟΣΑ.

Η μέθοδος της αρχής των αναλογιών βοηθά στον προσδιορισμό του εισοδήματος με βάση τη χρήση ποσοστών ή αναλογιών που θεωρούνται κανονικές για την υπό εξέταση δραστηριότητα, προκειμένου να προσδιορισθεί η πραγματική φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου. Η μέθοδος αυτή συνίσταται στην ανάλυση των πωλήσεων και την εφαρμογή ενός κατάλληλου ποσοστού περιθωρίου κέρδους με σκοπό να προσδιορισθούν τα ακαθάριστα εισοδήματα του φορολογούμενου.

Η μέθοδος της ανάλυσης της ρευστότητας του φορολογούμενου βασίζεται στο σκεπτικό ότι εάν οι δαπάνες υπερβαίνουν τα δηλωθέντα εισοδήματα συν τα εισοδήματα από μη δηλωθείσες μη φορολογητέες πηγές σε μια συγκεκριμένη φορολογική χρήση, η διαφορά των δαπανών αντιπροσωπεύει μη δηλωθέντα εισοδήματα από φορολογητέες πηγές. Η μέθοδος αυτή είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη στην περίπτωση που είναι προφανές ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον πλούτο, τις δαπάνες και γενικά τον τρόπο ζωής του.

Η μέθοδος της καθαρής θέσης του φορολογούμενου βασίζεται στο σκεπτικό ότι η προσαύξηση της καθαρής θέσης του κατά τη διάρκεια μιας φορολογικής χρήσης μετά από αναμόρφωση κατά το ποσό των μη εκπιπτόμενων δαπανών και του μη φορολογητέου εισοδήματος πρέπει να προκύπτει από φορολογητέο εισόδημα. Μέσω της χρήσης της μεθόδου αυτής επιδιώκεται να προσδιορισθεί μέσω της αλλαγής της καθαρής θέσης του φορολογούμενου εάν η αγορά παγίων, η μείωση φορολογικών υποχρεώσεων ή η πραγματοποίηση δαπανών έγιναν με κεφάλαια μη δηλωθέντα ως φορολογητέα εισοδήματα. Η χρήση της μεθόδου αυτής συνιστάται σε υποθέσεις φοροδιαφυγής και ιδίως σε περιπτώσεις που παρατηρείται μεγάλη αλλαγή στην καθαρή θέση του φορολογούμενου και οι λοιπές μέθοδοι απόδειξης είναι ανεπαρκείς.

Η μέθοδος της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών χρησιμοποιείται προκειμένου να προσδιορισθούν τα ακαθάριστα έσοδα μιας επιχείρησης με την εφαρμογή της τιμής πώλησης επί του όγκου των πωλήσεών της. Η μέθοδος αυτή συνιστάται να χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του εισοδήματος του φορολογούμενου στην περίπτωση που ο ελεγκτής μπορεί να προσδιορίσει τον αριθμό των ειδών και την τιμή πώλησης ανά μονάδα, καθώς και στην περίπτωση που η επιχείρηση έχει μόνο ορισμένα είδη προϊόντων/αγαθών ή ορισμένου είδους παρεχόμενες υπηρεσίες και οι τιμές των πωλούμενων αγαθών ή οι αμοιβές για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες είναι σχετικώς οι ίδιες καθόλη τη διάρκεια της φορολογικής χρήσης.

Η μέθοδος του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά στηρίζεται στο σκεπτικό ότι τα εισοδήματα που αποκτώνται είτε κατατίθενται σε πιστωτικά ιδρύματα είτε δαπανώνται. Η χρήση της μεθόδου αυτής μπορεί να δώσει στον ελεγκτή ενδείξεις για την ύπαρξη μη δηλωθέντων εισοδημάτων. Η επιλογή της μεθόδου αυτής για τον έλεγχο και τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος με βάση την ανάλυση του πλούτου (τραπεζικές καταθέσεις) και της κατανάλωσης (ύψος δαπανών) είναι συνήθως καταλληλότερη για τον έλεγχο των φυσικών προσώπων. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τον έλεγχο των επιχειρήσεων, ειδικά στην περίπτωση αυτών που ανήκουν ή ελέγχονται από μικρό αριθμό φυσικών προσώπων.

Βεβαίως, καθίσταται σαφές ότι για τη χρήση από τη φορολογική διοίκηση της μεθόδου αυτής είναι απαραίτητη προϋπόθεση η απόλυτη πρόσβασή της στα σχετικά στοιχεία, χωρίς τη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να αρνηθούν τη χορήγηση των στοιχείων αυτών κατ’ επίκληση του τραπεζικού απορρήτου. Στην πραγματικότητα σήμερα στην Ελλάδα προβλέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου υπέρ του Δημοσίου για ελεγκτικούς σκοπούς χωρίς την τήρηση ιδιαίτερων διατυπώσεων, γεγονός που εγείρει ορισμένα ζητήματα συνταγματικότητας.

Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα του ελέγχου έχει εξαχθεί με την εφαρμογή των προαναφερόμενων έμμεσων τεχνικών ελέγχου, ο προϊστάμενος της ελεγκτικής μονάδας, πριν την έκδοση της πράξης καταλογισμού του φόρου, καλεί τον υπόχρεο σε ακρόαση, ο οποίος δικαιούται σε ανταπόδειξη. Με τη διάταξη αυτή το βάρος απόδειξης φέρει ο φορολογούμενος.

Στο πλαίσιο αυτό ο φορολογούμενος μπορεί κυρίως να αντιτάξει ότι η διαπιστωθείσα διαφορά μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και εισοδημάτων που υπολογίσθηκαν με τη χρήση έμμεσων τεχνικών οφείλεται σε ανάλωση κεφαλαίου που είχε σχηματισθεί σε προηγούμενα έτη ή στο γεγονός ότι τα μη δηλωθέντα εισοδήματα προέρχονται από μη φορολογητέες πηγές, όπως δάνεια, δωρεές, κληρονομιές κ.λπ.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για την αποτελεσματική χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου θα πρέπει η νομοθεσία να χορηγεί στη φορολογική διοίκηση εκτεταμένες εξουσίες κατά τη συλλογή των πληροφοριών που θα της επιτρέψουν να συλλέξει επαρκείς αποδείξεις για να στηρίξει τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης στις έμμεσες αυτές τεχνικές. Ειδικότερα, θα πρέπει η φορολογική νομοθεσία να προβλέπει την υποχρέωση των φορολογούμενων, καθώς και των τρίτων, να χορηγούν οποιαδήποτε πληροφορία είναι απαραίτητη για την άσκηση του ελεγκτικού έργου της διοίκησης.

Στην Ελλάδα προβλέπεται η υποχρέωση τρίτων προς παροχή πληροφοριών και στοιχείων στο Υπουργείο Οικονομικών. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι κατ’ εξαίρεση των διατάξεων για το επαγγελματικό ή τραπεζικό απόρρητο διάφοροι φορείς, όπως οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, οι δικαστικές αρχές, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί και λοιποί φορείς του Δημοσίου, οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, τα ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ, οι οργανισμοί συλλογικών συμβάσεων σε κινητές αξίες, τα επιμελητήρια, οι συμβολαιογράφοι, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, οι οικονομικοί, οι κοινωνικοί ή επαγγελματικοί φορείς ή οργανώσεις, οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις αυτών, οι ενώσεις προσώπων και κάθε άλλος επαγγελματικός φορέας ή οργάνωση, τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων, οι εταιρείες μεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων, τα ιδρύματα πληρωμών, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα και τα ελληνικά ταχυδρομεία, υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά στη ΓΓΠΣ κάθε στοιχείο και πληροφορία οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος που τους ζητείται.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010, η παροχή πληροφοριών φορολογικού ενδιαφέροντος αποσκοπεί στην περαιτέρω αξιοποίησή τους στο πλαίσιο σχετικών διασταυρώσεων και λοιπών ελεγκτικών ενεργειών με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

Η διάταξη απαριθμεί ενδεικτικώς ορισμένα από τα στοιχεία οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος τα οποία υποχρεούνται οι κατονομαζόμενοι φορείς να γνωστοποιούν στο Υπουργείο Οικονομικών. Έτσι, για παράδειγμα, τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι αμοιβές, αποζημιώσεις, οικονομικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις, απαιτήσεις από δικαστικές διεκδικήσεις, στοιχεία για την παροχή αδειών άσκησης επαγγέλματος, στοιχεία λογαριασμών ενεργών ή μη που άνοιξαν ή χρησιμοποιούνται ή έκλεισαν, στοιχεία για μεταφορές πίστωσης, εμβάσματα, άμεσες χρεώσεις, τραπεζικές επιταγές, εισπράξεις μέσω πιστωτικών καρτών, καθώς και δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς και στοιχεία και πληροφορίες για ακίνητη και κινητή περιουσία, ιδίως κατοχή ακινήτων, αυτοκινήτων, αεροσκαφών, πλοίων ή σκαφών αναψυχής και λοιπών περιουσιακών στοιχείων ή ανακριβή δήλωση στοιχείων, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο στις διαδικασίες βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου, καθώς και στις διαδικασίες ελέγχου και των διασταυρώσεων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται για τη χορήγηση των στοιχείων αυτών από τους κατονομαζόμενους φορείς (π.χ. τα πιστωτικά ιδρύματα) η προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση του φυσικού προσώπου, του οποίου τα δεδομένα διαβιβάζονται, ούτε και η προηγούμενη άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δημιουργεί προβληματισμό ως προς τη συνταγματικότητά της.

Προβλέπεται η επιβολή με απόφαση του υπουργού Οικονομικών διοικητικού προστίμου από 5.000 έως 100.000 ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβάσεως και την ενδεχόμενη υποτροπή, στους υπόχρεους φορείς για μη ηλεκτρονική υποβολή στοιχείων και πληροφοριών οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος.

Έτσι, για παράδειγμα, κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκε το 2011 υπουργική απόφαση στην οποία ορίζεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών θα ελέγξει περιπτώσεις όπου το ύψος των κεφαλαίων που διακινήθηκαν στο εξωτερικό υπερβαίνει αθροιστικά το ποσό των 150.000 ευρώ ανά φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατ’ έτος, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ιδρυμάτων μέσω των οποίων διακινήθηκαν τα εμβάσματα. Στο πλαίσιο αυτό τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα διαβιβάζουν στη ΓΓΠΣ στοιχεία που αφορούν μεταφορές πίστωσης, εμβάσματα, άμεσες χρεώσεις και τραπεζικές επιταγές πελατών τους για μεταφορά
κεφαλαίων στο εξωτερικό, καθώς και σε εισπράξεις συμβεβλημένων με αυτά επιχειρήσεων μέσω πιστωτικών καρτών. Ακολούθως εκδόθηκαν άλλες δύο υπουργικές αποφάσεις, και ειδικότερα η πολ.1077/26.3.2012, όπως τροποποιήθηκε με την πολ.1195/12.10.2012, με τις οποίες καθορίζεται το είδος των χορηγούμενων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους λοιπούς υπόχρεους φορείς στοιχείων.

Καταληκτικά, η χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου από τις ελεγκτικές υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Μέσω των τεχνικών αυτών, η φορολογική διοίκηση μπορεί να εντοπίσει περιπτώσεις μη δηλωθέντων εισοδημάτων και καταθέσεων, ενώ παράλληλα μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη στην Ελλάδα φορολογικής κατοικίας ορισμένων προσώπων.

Ωστόσο, απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος συνιστά η άντληση από τη φορολογική διοίκηση πληροφοριών από τρίτους. Η θέσπιση της υποχρέωσης ορισμένων τρίτων, μεταξύ των οποίων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, προς παροχή πληροφοριών οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος προς το Υπουργείο Οικονομικών, αποτελεί ένα εν δυνάμει σημαντικό εργαλείο στην προσπάθεια αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής.

Ωστόσο, για την επίτευξη του σκοπού αυτού απαιτείται η συστηματική και αποτελεσματική χρήση και αξιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών των παρεχόμενων από τους τρίτους πληροφοριών και όχι απλά η συσσώρευσή τους σε βάσεις δεδομένων. Για την αποτελεσματική αξιοποίηση των πληροφοριών αυτών απαιτείται η δημιουργία από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων ενός ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος, το οποίο θα είναι στη διάθεση όλων των ελεγκτικών μηχανισμών της φορολογικής διοίκησης, δηλαδή του ΣΔΟΕ, των προϊσταμένων και λοιπών υπαλλήλων των ελεγκτικών υπηρεσιών, της Διεύθυνσης Ελέγχου και Είσπραξης των Δημοσίων Εσόδων κ.λπ. Επιπλέον, οι παρασχεθείσες πληροφορίες, αφού καταχωρηθούν ηλεκτρονικά σε ένα κεντρικό σύστημα διαχείρισης, θα πρέπει να συνδέονται με τον προσωπικό φάκελο κάθε φορολογούμενου, με σκοπό τη διενέργεια διασταυρώσεων μεταξύ των δηλωθέντων από τον φορολογούμενο εισοδημάτων και των πληροφοριών που προέρχονται από τρίτους.

Προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν χρήσιμη για το Υπουργείο Οικονομικών η μελέτη της εμπειρίας που έχουν στον τομέα αυτό άλλα κράτη, τα οποία έχουν αναπτύξει εργαλεία αποτελεσματικής αξιοποίησης των αντληθέντων από τρίτους πληροφοριών.

Έτσι, για παράδειγμα, στη Νέα Ζηλανδία οι φορολογικές ελεγκτικές αρχές χρησιμοποιούν ένα ηλεκτρονικό εργαλείο, γνωστό ως «αναλυτής ιδιωτικών υποθέσεων», για την πραγματοποίηση φορολογικού ελέγχου μέσω υπολογιστή. Με το εργαλείο αυτό οι ελεγκτές υποβοηθούνται στην ανάλυση της δαπάνης διαβίωσης του φορολογούμενου, με σκοπό να διαπιστώσουν εάν το δηλωθέν εισόδημα επαρκεί για την κάλυψη του τρόπου ζωής του. Βασικό χαρακτηριστικό του προγράμματος αυτού είναι η ικανότητά του να ακολουθεί την πορεία του χρήματος από την πηγή στην κατανάλωση. Μέσω της πραγματοποίησης οικονομικής ανάλυσης, το ως άνω πρόγραμμα προσδιορίζει το ύψος του εισοδήματος που απαιτείται για τη χρηματοδότηση του τρόπου ζωής του φορολογούμενου.

Άλλα παραδείγματα που μπορούν να αναφερθούν είναι η ανάπτυξη από τη φορολογική διοίκηση των ΗΠΑ εθνικών προτύπων με βάση τις πληροφορίες που αντλεί από το Γραφείο Στατιστικής, τα οποία παρέχουν πληροφορίες, όπως για παράδειγμα για τον μέσο όρο των προσωπικών δαπανών των νοικοκυριών.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεσματικής αξιοποίησης των πληροφοριών που λαμβάνει από τρίτους αποτελεί η σουηδική φορολογική διοίκηση, η οποία χρησιμοποιεί πληροφορίες που λαμβάνει από τις εταιρείες που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι για τη διαχείριση των τεχνικών συστημάτων διανομής των πιστωτικών καρτών, για να μπορέσει να υπολογίσει τις προσωπικές δαπάνες των φορολογούμενων που καταβάλλονται μέσω των εν λόγω πιστωτικών καρτών που συνδέονται με λογαριασμούς σε φορολογικούς παραδείσους και επομένως να διαπιστώσει την ύπαρξη μη δηλωθέντων στη Σουηδία εισοδημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, το περιουσιολόγιο, το οποίο θα αποτελέσει στο μέλλον –όταν συγκροτηθεί στη ΓΓΠΣ (προς το παρόν μοναδική εξαίρεση αποτελεί η προσπάθεια καταγραφής των ακινήτων μέσω των δηλώσεων Ε9)– ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των ελεγκτικών αρχών, καθώς σε αυτό θα περιλαμβάνονται κυρίως ακίνητα, αυτοκίνητα, σκάφη, εναέρια μέσα μεταφοράς, κατοχή μετοχών, εταιρικών μεριδίων και αμοιβαίων κεφαλαίων. Ωστόσο, θα πρέπει να διερευνηθεί το ενδεχόμενο να περιλαμβάνονται σε αυτό και οι τραπεζικές καταθέσεις, τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και τα αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού, τα οποία με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν περιλαμβάνονται στο περιουσιολόγιο.

Μετά την κατάρτιση του περιουσιολογίου θα είναι εφικτή η διαπίστωση από τις φορολογικές αρχές περιπτώσεων καταστρατήγησης της φορολογικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, ιδιαιτέρως σημαντική προσπάθεια για την αντιμετώπιση καταχρηστικών μεθοδεύσεων πραγματοποιήθηκε και από ορισμένες διατάξεις του Ν. 3842/2010, με σκοπό την αντιμετώπιση της καταστρατήγησης των διατάξεων φορολογίας ακίνητης περιουσίας και ειδικότερα για την ανεύρεση του πραγματικού δικαιούχου του ακινήτου στο πλαίσιο εφαρμογής του φόρου ακίνητης περιουσίας και για την αναζήτηση των πραγματικών φορέων μιας επιχείρησης στο πλαίσιο εφαρμογής του ειδικού φόρου ακινήτων, αλλά και για την ανεύρεση της πραγματικής χρήσης του πλοίου (επαγγελματικής ή αναψυχής), στο πλαίσιο εφαρμογής του ειδικού φόρου ιδιωτικών πλοίων αναψυχής. Ωστόσο, η θεσμοθέτηση των ειδικών αυτών κανόνων αντικαταχρηστικότητας δεν αρκεί από μόνη της να οδηγήσει στην αντιμετώπιση των μεθοδεύσεων αυτών, αλλά απαιτεί τη δημιουργία εργαλείων για τον εντοπισμό τους.

Ταυτόχρονα, μέρος της στρατηγικής του Υπουργείου Οικονομικών και ειδικότερα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων θα πρέπει να αποτελέσει η ενημέρωση του κοινού μέσω των ΜΜΕ αναφορικά με τα αποτελέσματα της αξιοποίησης των παρασχεθεισών από τους τρίτους πληροφοριών και της χρήσης των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, με σκοπό τη βελτίωση του βαθμού της φορολογικής συμμόρφωσης. Η στρατηγική αυτή της ενημέρωσης μπορεί να λειτουργήσει θετικά προς δύο κατευθύνσεις, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά των φορολογούμενων. Ειδικότερα, από τη μία οι ανειλικρινείς φορολογούμενοι πείθονται να δηλώσουν μεγαλύτερα εισοδήματα και από την άλλη οι ειλικρινείς φορολογούμενοι αισθάνονται ότι οι φοροδιαφεύγοντες τελικά εντοπίζονται και τιμωρούνται, με συνέπεια να αυξάνει και ο βαθμός φορολογικής συνείδησης.

Βεβαίως, αναφερόμενοι σε δημοσίευση στοιχείων, δεν εννοούμε δημοσίευση λιστών ονομάτων φορολογουμένων αλλά στατιστικών στοιχείων, τα οποία δείχνουν τα αποτελέσματα της χρήσης των έμμεσων αυτών τεχνικών και της αξιοποίησης των παρασχεθεισών από τρίτους πληροφοριών στη διαπίστωση φοροδιαφυγής, στον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος και τελικώς στην αύξηση των δημοσίων εσόδων. Θα πρέπει, λοιπόν, η επικοινωνιακή πολιτική της φορολογικής διοίκησης να γίνεται με σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα των φορολογούμενων πολιτών.

Μολονότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4038/2011, οι τεχνικές αυτές ελέγχου εφαρμόζονται σε «περιπτώσεις που τα βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία δεν απεικονίζουν την πραγματική οικονομική του κατάσταση ή υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός σε κινητή και ακίνητη περιουσία φυσικών ή νομικών προσώπων ή υπερβολικές δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα της επιχείρησης ή και του φορολογούμενου φυσικού προσώπου», ωστόσο η ίδια η διάταξη δεν θέτει προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω ελεγκτικών τεχνικών, αφήνοντας κατά τον τρόπο αυτό ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας στα ελεγκτικά όργανα.

Σε κάθε περίπτωση, μολονότι το βάρος απόδειξης φέρει ο φορολογούμενος, ο οποίος πρέπει να αποδείξει ότι ο προσδιορισμός της φορολογητέας βάσης του με βάση τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου είναι εσφαλμένος, οι ελεγκτικές αρχές δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν αυθαίρετα τις μεθόδους αυτές στο πλαίσιο των χορηγούμενων σε αυτές ελεγκτικών εξουσιών. Ειδικότερα, θα πρέπει η φορολογική διοίκηση να εξετάζει με μεγάλη προσοχή όλες τις αποδείξεις που προσκομίζει ο φορολογούμενος, στο πλαίσιο ανταπόδειξης, με σκοπό να αρνηθεί τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης με βάση τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Επιπλέον, λόγω της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα ελεγκτικά όργανα κατά την εφαρμογή των έμμεσων αυτών τεχνικών ελέγχου και την έκδοση καταλογιστικών του φόρου πράξεων με βάση τα αποτελέσματα της χρήσης αυτών, θα πρέπει να ενισχυθεί και ο εσωτερικός έλεγχος των ελεγκτικών αυτών οργάνων, προκειμένου να αντιμετωπισθούν φαινόμενα καταχρηστικής εφαρμογής των τεχνικών αυτών ελέγχου, καθώς και διαφθοράς των ελεγκτικών οργάνων.

Τέλος, δεδομένης της αύξησης της έκτασης των εξουσιών των φορολογικών ελεγκτικών αρχών, θα πρέπει να αυστηροποιηθεί το φορολογικό απόρρητο, κυρίως προς την κατεύθυνση της επιβολής αυστηρών ποινών σε περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος εχεμύθειας από πρόσωπα που λαμβάνουν γνώση πληροφοριών λόγω της άρσης του τραπεζικού απορρήτου και της χορήγησης πληροφοριών φορολογικού και οικονομικού ενδιαφέροντος από τρίτους.

Έμμεσες τεχνικές ελέγχου, άρση του τραπεζικού απορρήτου, υποχρέωση παροχής πληροφοριών οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος από τρίτους, καθώς και βελτίωση των πληροφοριακών συστημάτων για την αξιοποίηση των πληροφοριών αυτών και ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ενδυναμώνουν το οπλοστάσιο της φορολογικής διοίκησης στην προσπάθεια αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, η έκταση και κυρίως ο τρόπος χρησιμοποίησης των εργαλείων αυτών θα καταδείξει εάν αυτά αποτελούν οπλοπολυβόλο ή σφεντόνα στα χέρια της ελληνικής φορολογικής διοίκησης.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ