Κινδυνεύουμε σαν Έλληνες Καταναλωτές ή όχι και πόσο αν στην Ελλάδα στο λιανικό εμπόριο απομείνουν μόνον τα Lidl ;

Αφορμή για την αποτύπωση των σκέψεων μου αποτέλεσε σημερινό άρθρο στο Sofokleousin.gr  (το οποίο ολόκληρο παραθέτω στο τέλος). Ταυτόχρονα παραθέτω απόψεις έμπειρων Ελλήνων Οικονομολόγων που αναλύουν την “επεκτατική πολιτική” της Γερμανικής αλυσιίδας λαινεμπορίου Lidl και τις επιπτώσεις στο Ελληνικό λιανεμπόριο και στο εγγύς μέλλον και στην τσέπη μας λόγω της επικράτησης μονοπωλιακών καταστάσεων.

Ο Έλληνας Καταναλωτής ΠΡΕΠΕΙ να ενημερωθεί, να αξιολογήσει και να αποφασίσει όχι μόνον το σήμερα αλλά και το αύριο της “τσέπης” του

ΔΙΑΒΑΖΩ λοιπόν στο www.agonaskritis.gr :

Όμως τι σημαίνει η παρουσία των καταστημάτων ης “Lidl” , όπως και άλλων γερμανικών η πολυεθνικών εταιρειών στην Ελλάδα ;
Δεν θα σταματήσουμε να το υπενθυμίζουμε :

Οι πολυεθνικές αλυσίδες «υπεραγορών» , ιδιαίτερα γερμανικές τα τελευταία χρόνια , αναλαμβάνουν σταδιακό τον έλεγχο του ελληνικού “λιανεμπορίου” , στον κρίσιμο τομέα των τροφίμων . Πετυχαίνοντας …

α) να προωθούν στην αγορά φτηνότερα προϊόντα , σε τιμές “ντάμπιγκ” σε σχέση με αυτές των ελληνικών , διαθέτοντας στην αγορά όπως λένε πολλοί και την “σαβούρα” τους, κυρίως από τα δικά τους γαλακτοκομικά και άλλα “αποθέματα” που παράγονται επιδοτούμενα με ελάχιστες κοινοτικές “ποσοστώσεις” σε σχέση με αυτές που επιβάλλουν στην Ελλάδα !

Μια σειρά άλλων προϊόντων τα διαθέτουν επίσης φτηνότερα , επειδή πολλά απ΄αυτά τα προμηθεύονται από εκτός Ε.Ε. – Αποικίες τους («αναπτυσσόμενες» χώρες ) σε τιμές πείνας , στην συνέχεια τα συσκευάζουν και τα πουλάνε “no name” η με το όνομα των καταστημάτων τους . Καταδικάζοντας με αυτή την επεκτατική πολιτική τους και την χρήση του «αθέμιτου ανταγωνισμού» την ελληνική παραγωγή σε μαρασμό και τους έλληνες παραγωγούς σταδιακά σε εξαθλίωση και πλήρη εξάρτηση , επειδή δεν μπορούν – απροστάτευτοι – να ανταποκριθούν στην «ανταγωνιστικότητα» ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΑΚΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ «ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ»

β) πετυχαίνοντας επίσης παράλληλα να κλείσουν η πτωχεύσουν τα ελληνικής ιδιοκτησίας καταστήματα – με αποτέλεσμα να καρπώνονται και το “εμπορικό κέρδος” της εσωτερικής μας αγοράς , τ΄οποίο στο μεγαλύτερο μέρος δεν μένει στην Ελλάδα , αλλά εξάγεται προς τις “μητρικές” τους εταιρείες ,

Και στο τέλος νομοτελειακά , όταν θα έχουν καταφέρει ολοκληρωτικά να εξοστρακίσουν τους έλληνες παραγωγούς και εμπόρους και να «μονοπωλούν την αγορά» , τότε ΔΕΝ θα διαθέτουν πια «πιο φτηνά , σε ανταγωνιστικές τιμές , προϊόντα» , αλλά ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ θα ανεβάζουν και θα κατεβάζουν τις τιμές όποτε και όπως θέλουν ( φαινόμενο που συναντούμε ήδη αρκετά εκτεταμένα στην αγορά ).

= = = = = = = = = = = = = = = = = = = = =

Από το www.analyst.gr

Η αυτοκρατορία της Lidl

Η ευρωπαϊκή περιφέρεια μετατρέπεται σταδιακά σε μία περιοχή χαμηλού εργατικού κόστους, με τους Πολίτες της σκλάβους χρέους, προς όφελος κυρίως των βιομηχανικών και λοιπών επιχειρήσεων της Γερμανίας – μεταξύ άλλων με τη βοήθεια των εκπτωτικών αλυσίδων λιανικής.

Ένα από τα μεγαλύτερα «όπλα ειρηνικής διείσδυσης» της Γερμανίας σε άλλα κράτη είναι ασφαλώς οι εκπτωτικές αλυσίδες της – ειδικά στον κλάδο των Σούπερ Μάρκετ. Οι αλυσίδες αυτές εισβάλλουν και εγκαθίστανται σε διάφορες χώρες, οδηγώντας τους εγχώριους ανταγωνιστές τους στη χρεοκοπία – με τελικό αποτέλεσμα να επιβάλλονται σταδιακά τα γερμανικά προϊόντα.

Η μέθοδος τώρα, την οποία χρησιμοποιούν, δεν διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από αυτήν που χαρακτηρίζει γενικότερα τη χώρα: από το dumping δηλαδή – είτε όσον αφορά τους μισθούς των εργαζομένων, τους οποίους διατηρεί σταθερά πολύ χαμηλότερους από την παραγωγικότητα τους (μισθολογικό dumping, γράφημα), είτε τις τιμές των προϊόντων που πουλάει (τιμολογιακό dumping).

Περαιτέρω, όσον αφορά τις εκπτωτικές αλυσίδες λιανικής, χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα και οι δύο τρόποι – όπου με τον πρώτο οι εργαζόμενοι αμείβονται κατά το δυνατόν χαμηλότερα, δουλεύοντας πολύ περισσότερο συχνά χωρίς να πληρώνονται υπερωρίες, ενώ με το δεύτερο διατηρούνται πολύ χαμηλά οι τιμές των προϊόντων, κυρίως στο ξεκίνημα, συνήθως με τη βοήθεια των υπολοίπων αγορών που δραστηριοποιούνται, ειδικά της γερμανικής.

Αυτό σημαίνει ότι οι αλυσίδες, στηριζόμενες στα κέρδη που αποκομίζουν από τις άλλες χώρες που δραστηριοποιούνται, είναι σε θέση να λειτουργούν για ένα χρονικό διάστημα ζημιογόνα – να πουλούν δηλαδή τα προϊόντα τους ακόμη και κάτω του κόστους, έτσι ώστε να κλείνουν τους εγχώριους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι δεν έχουν φυσικά ανάλογες δυνατότητες, ειδικά εάν το δικό τους κράτος είναι μικρό.

Εκτός αυτού, οι αλυσίδες πιέζουν σημαντικά προς τα κάτω οι τιμές αγοράς τους, συγκριτικά με τους εκάστοτε ανταγωνιστές τους – αφενός μεν λόγω του όγκου των πωλουμένων προϊόντων, αφετέρου εξαιτίας των μεγάλων χρηματοοικονομικών τους δυνατοτήτων. Τέλος, έχουν την ικανότητα λόγω μεγέθους να εκμεταλλεύονται όλες τις δυνατότητες νόμιμης αποφυγής φόρων, οι οποίες τους προσφέρονται από την πολιτική εξουσία – μεταξύ των οποίων τα κατάλληλα εταιρικά σχήματα, οι φορολογικοί παράδεισοι κοκ.

Λογικά λοιπόν αυξάνουν συνεχώς τα υποκαταστήματα, το τζίρο και την κερδοφορία τους, αδιαφορώντας συχνά για την ποιότητα των προϊόντων που προσφέρουν – ειδικά σε χώρες που είναι βυθισμένες στην κρίση, επειδή οι εγχώριοι καταναλωτές εκτιμούν μεν την ποιότητα, αλλά δεν μπορούν να δώσουν τα χρήματα που κοστίζει.

Γνωρίζουν φυσικά ότι, ένας από τους τρόπους διαφυγής από την κρίση είναι η κατανάλωση των προϊόντων της χώρας τους (άρθρο) – αφού μόνο έτσι στηρίζεται η εγχώρια παραγωγή, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, δεν οδηγούνται τα χρήματα τους στο εξωτερικό επιδεινώνοντας την κατάσταση τους κοκ.. Δυστυχώς όμως δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά – λόγω των χαμηλών εισοδημάτων τους.

Ο όμιλος Schwarz

Ανεξάρτητα τώρα από όλα αυτά και χωρίς να κατηγορούμε καμία αλυσίδα, αφού κάνουν τη δουλειά τους όπως αυτές νομίζουν, καθώς επίσης όσο καλύτερα μπορούν, ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους λιανικής της Γερμανίας είναι αυτός του κ. Schwarz – η αυτοκρατορία του οποίου είναι τεράστια.

Ειδικότερα, η εταιρεία χονδρικών πωλήσεων KAUFLAND δραστηριοποιείται σε επτά ευρωπαϊκές χώρες, με περίπου 1.230 καταστήματα – ενώ η επιχείρηση λιανικής LIDL ευρίσκεται σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, διαθέτοντας περί τα 10.000 καταστήματα.

Συνεχίζοντας, παρά τις τιμολογιακές μάχες με τους ανταγωνιστές του, καθώς επίσης την ύφεση και το χαμηλό πληθωρισμό, ο τζίρος του ομίλου αυξήθηκε κατά 8% το 2015/16 – στα συνολικά 85,7 δις €, εκ των οποίων τα 64,6 δις € αφορούν τη LIDL. Για σύγκριση ο τζίρος του ομίλου, ο οποίος απασχολεί 375.000 άτομα είναι όσο περίπου το 50% του ΑΕΠ της Ελλάδας οπότε εύκολα κατανοεί κανείς τη δύναμη του.

Όσον αφορά τα κέρδη του δεν δημοσιοποιούνται, αν και ορισμένοι τα υπολογίζουν στο 1,6 δις € (πηγή) – ενώ, σύμφωνα με το Forbes, η περιουσία του κ. Schwarz είναι της τάξης των 16,4 δις $, γεγονός που τον κατατάσσει στην 47η θέση των πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη.

Αρκετοί κατηγορούν τώρα την επιχείρηση, ισχυριζόμενοι ότι κερδίζει εις βάρος των άλλων – με την έννοια ότι το τεράστιο μέγεθος που έχει, της προσφέρει τη δυνατότητα να υπαγορεύει στους προμηθευτές της τις τιμές αγοράς που η ίδια θέλει. Για παράδειγμα, το περασμένο καλοκαίρι η LIDL πουλούσε το ένα κιλό πλήρες γάλα στη Γερμανία μόνο έναντι 46 Σεντ – ενώ οι παραγωγοί κέρδιζαν μόλις 23 Σεντ ανά λίτρο αδυνατώντας να επιβιώσουν, από 40 Σεντ προηγουμένως.

Κάτι ανάλογο ισχύει για το κρέας, η τιμή του οποίου από τις εκπτωτικές αλυσίδες θεωρείται πως μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο με μαζική κτηνοτροφία, με περιβαλλοντικές καταστροφές, καθώς επίσης με πολύ χαμηλούς μισθούς των σφαγείων – με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται η μία μετά την άλλη οι μικρές παραγωγικές επιχειρήσεις αντικαθιστάμενες από πολύ μεγαλύτερες, αφού διαφορετικά δεν μπορούν να επιβιώσουν.

Περαιτέρω, οι αλυσίδες εκμεταλλεύονται πολλά άλλα πράγματα για να αυξάνουν τη δύναμη τους – όπως στο παράδειγμα της Ρουμανίας, όπου η LIDL εισέπραξε ένα «δάνειο αναπτυξιακής βοήθειας» ύψους 67 εκ. $ για να ανοίξει εννέα καταστήματα (πηγή)! Εν προκειμένω μάλλον συνέβη το γνωστό, όπου η Κομισιόν ή κάποιος άλλος διεθνής οργανισμός βοηθάει να αναπτυχθεί μία φτωχή χώρα παρέχοντας της ειδικά δάνεια ή επιδοτήσεις – οι οποίες τελικά επιστρέφουν έμμεσα πίσω.

Το δάνειο αυτό πάντως εγκρίθηκε στη LIDL με στόχο να αυξηθεί ο αριθμός των εγχώριων προμηθευτών, καθώς επίσης για να δημιουργηθούν νέα κανάλια διανομής για τους παραγωγούς τροφίμων της Ρουμανίας – αν και τελικά συνέβη το αντίθετο σύμφωνα με το Γερμανικό Ραδιόφωνο (πηγή), με βάση το οποίο «Η Monsanto και η LIDL εκτοπίζουν τις λαϊκές αγορές«. Όπως αναφέρεται δε σε μία συνέντευξη μίας Ρουμάνας εμπόρου,

«Oι LIDL and Co. ήλθαν εδώ με προϊόντα χωρίς ποιότητα, τα οποία ήταν φθηνότερα από τα ρουμάνικα. Πρόκειται για κακά προϊόντα, με πολλά συντηρητικά. Τα δικά μας φρούτα και λαχανικά, τα οποία είναι υψηλότερης ποιότητας οπότε λίγο πιο ακριβά, δεν μπαίνουν καν στα ράφια τους«.

Όσον αφορά τώρα την εταιρική δομή που χρησιμοποιούν οι ιδιοκτήτες αυτών των αλυσίδων για να αυξήσουν την περιουσία τους, στο παράδειγμα του κ. Schwarz τόσο η KAUFLAND, όσο  και η LIDL λειτουργούν ως «Ίδρυμα και συνεργάτες ΕΕ» (Stiftung & Co. KG) – ιδιοκτήτης των οποίων είναι η «Συμμετοχική εταιρεία Schwarz».

Σε αυτήν την εταιρεία το 99,9% των μετοχών ανήκουν στο «Ίδρυμα D. Schwarz» (DSS), το οποίο ιδρύθηκε το 1999 – ενώ το υπόλοιπο σε ένα τραστ του ιδίου. Ως εκ τούτου, σχεδόν όλα τα κέρδη των καταστημάτων της KAUFLAND και της LIDL εισρέουν στο ίδρυμα – το οποίο είναι καταχωρημένο ως «κοινής ωφελείας» (charitable, non profit)!

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, στις οποίες εμπλέκονται προφανώς και πολιτικά πρόσωπα, αφού δεν λειτουργεί μόνο ο κ. Schwarz έτσι αλλά πολλοί άλλοι επιχειρηματίες, με τα προνόμια που τους εξασφαλίζει η Πολιτική, συμπεραίνεται εύκολα πως οι εγχώριες εταιρείες δεν μπορούν να ανταγωνισθούν αυτά τα μεγαθήρια – μέσω των οποίων εισρέουν τα χρήματα πολλών χωρών στη Γερμανία και αλλού, προωθούνται τα δικά της προϊόντα, δημιουργούνται εκεί θέσεις εργασίας, διενεργούνται επενδύσεις που αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα των εργαζομένων της κοκ.

Επίλογος  

Ολοκληρώνοντας, δεν είναι μόνο η δομή της Ευρωζώνης υπεύθυνη για τα προβλήματα των αδύναμων χωρών αλλά, επί πλέον, το μέγεθος των επιχειρήσεων των μεγάλων κρατών, καθώς επίσης οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν – ενώ η δραστηριοποίηση τους αυξάνει τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αρκετών κρατών, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα τα ήδη τεράστια πλεονάσματα της Γερμανίας.

Λογικά λοιπόν κάποια στιγμή οι αδύναμες χώρες υπερχρεώνονται, αδυνατώντας να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, οπότε μετατρέπονται σε θύματα λεηλασίας – ακόμη και αυτές που λειτουργούν σωστά, από την πλευρά του δημοσίου ή/και των εγχωρίων επιχειρήσεων.

= = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = =

Το σημερινό άρθρο από το Sofokleousin.gr

Ανατροπή στο λιανεμπόριο: η Lidl «χτυπάει» την πρωτιά!

Ο γερμανικός όμιλος αναπτύσσει επικίνδυνη δυναμική για τους Έλληνες ανταγωνιστές και απειλεί τη βιωσιμότητα του μοντέλου Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου. Η κίνηση-ματ με τον ΦΠΑ και η ανάπτυξη με διψήφιο ρυθμό σε μια αγορά που καταρρέει.

Βίαιη ανατροπή συσχετισμών στο οργανωμένο λιανεμπόριο, με τρόπο ίσως μοναδικό στις χώρες της Ευρώπης, δημιουργεί η εντυπωσιακή αύξηση πωλήσεων της γερμανικής εκπτωτικής αλυσίδας Lidl το 2016, την ώρα που κατέρρεε η αλυσίδα Μαρινόπουλος και ο συνολικός τζίρος πιεζόταν δραματικά.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις έμπειρων παραγόντων της αγοράς και παρότι η Lidl ακολουθεί επιχειρηματικό μοντέλο… stealth (δραστηριοποιείται μέσω Ετερόρρυθμης Εταιρείας και δεν δημοσιεύει οικονομικά στοιχεία) κοινή εκτίμηση είναι ότι τον προηγούμενο χρόνο η γερμανική αλυσίδα βρέθηκε πολύ κοντά, αν δεν ξεπέρασε σε τζίρο και μερίδιο αγοράς, την ΑΒ Βασιλόπουλος (χωρίς να υπολογίζεται ο τζίρος των Cash & Carry, που ενοποιεί στις οικονομικές καταστάσεις της η βελγικών συμφερόντων αλυσίδα).

Η Lidl υπολογίζεται ότι έχει φθάσει σε καθαρό τζίρο (χωρίς ΦΠΑ) της τάξεως του 1,5 δισ. ευρώ, αλλά αυτό που προβληματίζει περισσότερο τις «παραδοσιακές» αλυσίδες σούπερ μάρκετ είναι η δυναμική που αναπτύσσει, καθώς εκτιμάται ότι αυξάνει τις πωλήσεις της με ρυθμό γύρω στο 10%, την ώρα που οι άλλες αλυσίδες «ιδρώνουν» για να συγκρατήσουν τη μείωση των πωλήσεών τους και όποια θετικά αποτελέσματα επιτυγχάνουν οφείλονται στη διαρκή πίεση που ασκούν στους προμηθευτές για όλο και περισσότερες, όλο και μεγαλύτερες προσφορές και προωθητικές ενέργειες.

Ο ΦΠΑ

Στη διοίκηση της Lidl πιστώνεται από την αγορά μια κίνηση ματ που έγινε το 2016: η εταιρεία αποφάσισε να μην περάσει αμέσως τις αυξήσεις ΦΠΑ στις τελικές τιμές και το κάνει πλέον τη φετινή χρονιά. Ανταγωνιστές χαρακτήρισαν εμπορικό τέχνασμα αυτή την ενέργεια και έγιναν έλεγχοι από τις αρμόδιες αρχές, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν επρόκειται για παραπλανητικό μάρκετινγκ.

Με την κίνηση αυτή, η Lidl, που ως εκπτωτική αλυσίδα ήταν ήδη εξαιρετικά ανταγωνιστική στις τιμές, άνοιξε και άλλο την ψαλίδα της διαφοράς από τον ανταγωνισμό, την ώρα ακριβώς όπου όλο και περισσότεροι Έλληνες, λόγω κρίσης και αλλαγής καταναλωτικών συνηθειών, ψώνιζαν με πρώτο κριτήριο τη χαμηλή τιμή και η αλυσίδα Μαρινόπουλος, που είχε βασίσει το εμπορικό της μοντέλο στις εντυπωσιακές προσφορές, βρισκόταν υπό κατάρρευση.

Το αποτέλεσμα, όπως αναφέρουν παράγοντες του κλάδου, ήταν να επιταχυνθεί δραστικά η μετατόπιση καταναλωτικού κοινού προς τα Lidl, τα οποία είδαν τις πωλήσεις τους να αυξάνονται σαν να ήταν μια καλή χρονιά για την οικονομία, όταν ο συνολικός τζίρος των σούπερ μάρκετ συρρικνωνόταν βίαια, κάτι που μεταφράζεται σε μεγάλη αύξηση του μεριδίου αγοράς των Lidl, το οποίο ήδη από το 2013 είχε ξεπεράσει το 10%, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό για μια εκπτωτική αλυσίδα.

“Άγνωστη γη”

Η ενίσχυση της θέσης μιας εκπτωτικής αλυσίδας σε ένα περιβάλλον οικονομικής καθίζησης και σφοδρής κάμψης της καταναλωτικής ζήτησης, ακόμη και σε προϊόντα που θεωρούνται ανελαστικής ζήτησης, παρατηρείται εδώ και πολλά χρόνια και δεν αποτέλεσε έκπληξη για τις διοικήσεις των «παραδοσιακών» δυνάμεων του οργανωμένου ελληνικού λιανεμπορίου.

Όμως, στελέχη της αγοράς σημειώνουν ότι έχουμε φθάσει πλέον σε «άγνωστη γη», καθώς οι δυναμικές που αναπτύσσονται στην αγορά θέτουν υπό αμφισβήτηση τα εμπορικά μοντέλα των ελληνικών αλυσίδων, τα οποία ανταποκρίνονταν σε δεδομένα άλλων, καλύτερων εποχών και στηρίζονται στην πιστότητα του καταναλωτή σε επώνυμα προϊόντα, που διατηρούσαν υψηλές τιμές, σε συνδυασμό με προσφορές σε τακτά διαστήματα.

Ακόμη και μετά την οικονομική κατάρρευση της χώρας, οι αλυσίδες αντιμετώπισαν τη συγκυρία σαν μια περαστική μπόρα και επέμειναν στο εμπορικό τους μοντέλο, με ορισμένες διαφοροποιήσεις: γενικευμένες και μεγάλες μειώσεις τιμών στα ράφια δεν έγιναν, αλλά αυξήθηκε η συμμετοχή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στο μείγμα πωλήσεων, ώστε να δοθούν διέξοδοι στους οικονομικά ασθενέστερους πελάτες, και εντάθηκαν οι προσφορές και οι προωθητικές ενέργειες, που μετέφεραν το κόστος της κρίσης στους προμηθευτές.

Το μοντέλο αυτό είναι σαφές πλέον ότι δεν έχει πολύ χρόνο ζωής και πρέπει να αναθεωρηθεί στην κατεύθυνση της γενικευμένης συμπίεσης των τιμών, αλλά αυτό συνεπάγεται ισχυρή πίεση στα οικονομικά των σούπερ μάρκετ, που είναι ήδη, στην πλειονότητά τους εκτεθειμένα σε υψηλό τραπεζικό δανεισμό (άλλο ένα πλεονέκτημα της Lidl: άφθονη και φθηνή χρηματοδότηση από το μητρικό όμιλο).

Ο Μαρινόπουλος

Σε αυτές τις συνθήκες, η αγορά παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον την πορεία του νέου σχήματος Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου, καθώς οι πελάτες που εγκατέλειψαν την αλυσίδα Μαρινόπουλου θεωρείται ότι αποτέλεσαν τον κύριο όγκο των καταναλωτών που έδωσαν το 2016 ισχυρή ώθηση στην Lidl.

Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να «επαναπατρίσει» αυτούς τους πελάτες η διοίκηση της Σκλαβενίτης, ή αν η ευκαιρία που τους δόθηκε το 2016 να κάνουν περισσότερες αγορές από τα Lidl έχει δημιουργήσει μια νέα σχέση πιστότητας στη γερμανική αλυσίδα, η οποία πλέον δεν αρκείται να διαθέτει φθηνά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αλλά έχει αυξήσει σημαντικά τους κωδικούς προϊόντων που διαθέτει και επιχειρεί να βελτιώσει το επίπεδο εξυπηρέτησης στα καταστήματά της, κατά τρόπον ώστε οι καταναλωτές να έχουν τα Lidl ως βασικό σημείο εξυπηρέτησης, καλύπτοντας συνολικά τις ανάγκες τους.

Απαισιοδοξία

Παράγοντες της αγοράς, πάντως, δεν αισιοδοξούν, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, για την πορεία του κλάδου. Εκτιμούν ότι η αναπόφευκτη πορεία προς γενική μείωση των τιμών σε συνθήκες άγριου ανταγωνισμού θέτει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα των περισσότερων σημερινών ισχυρών σούπερ μάρκετ. Και οδηγεί, επίσης αναπόφευκτα, σε ένα νέο γύρο επώδυνης αναδιάρθρωσης της αγοράς με εξαγορές, συγχωνεύσεις και δύσκολα μέτρα μείωσης του κόστους των δικτύων.

= = = = = = = = = = = = = = = = =

Και εμείς, εσύ, ΕΓΩ τι κάνουμε ;

Τι κάναμε μέχρι σήμερα και τι πρέπει να σκεφτούμε πριν πάμε την επόμενη φορά να ψωνίσουμε από το όποιο S/M ;

Ελέγχουμε – συγκρίνουμε τις τιμές και την ποιότητα αυτών που αγοράζουμε (συχνά και κοντά στην λήξη τους) ?

Ελέγχουμε αν είναι Ελληνικό ή ξένης ετικέτας (έστω και τυποποίησης ή συσκευασίας) το προϊόν που αγοράζουμε ?

Ελέγχουμε αν το κέρδος παραμένει στην Ελλάδα δηλαδή αν η επιχείρηση είναι Ελληνικών συμφερόντων ?

Αγοράζουμε είδη που δεν τα χρειαζόμαστε άμεσα (ή και ποτέ) γιατί απλά μας φάνηκε ως “ευκαιρία” ?

Σκεφτόμαστε αν το χρήμα μας ξαναγυρνάει σε εμάς καθώς ΚΑΘΕ ΠΡΑΓΜΑ που αγοράζουμε μπορεί να δίνει δουλειά σε Ελληνικά χέρια που παράγουν ή τυποποιούν προϊοντα στην Ελλάδα και όχι απλά μέσα στην Ε.Ε. ή σε μια Ασιατική χώρα;

Μπορούμε να “δούμε” ποιο πέρα από το σήμερα και αύριο ή κουραστήκαμε να σκεπτόμαστε αν το 0,50€ που σήμερα κέρδισα θα το πληρώσω σε πέντε χρόνια (max) 1€ ;

Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι μοιράζοντας το διαθέσιμο εισόδημα σε πολλές επιχειρήσεις διατηρούμε τον ανταγωνισμό τιμών και ποιότητας μεταξύ τους σε όφελος πάντα του Καταναλωτή ;

Με εκτίμηση

Νίκος Πατέλης

Ένας καταναλωτής που ψωνίζει και από το Lidl

 

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Comments

comments

Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ